Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Berberis cretica L. (Βερβερίς η κρητική). Είναι φυλλοβόλος θάμνος που φτάνει σε ύψος το 1,5 μέτρο. Ανήκει στην οικογένεια των βερβεροειδών που περιλαμβάνει περίπου 450 ποικιλίες. Στη χώρα μας φύεται περισσότερο σε Μεσσηνία, Λακωνία και Βόρειο Ελλάδα. Φύεται σε πετρώδη εδάφη, στη ζώνη του έλατου και ακόμη ψηλότερα, σε ύψος 900-1500 μέτρα.
Το συναντούμε με τα ονόματα Λουτσιά, Γλυκαγκαθιά, Βερβερίδα, Ξαγκαθιά, Μυλκινιά, Μιλκίνι, Τρικκοκιά, Σταφύλι βλάχικο. Έχει φλοιό γκριζωπό και ξύλο σκληρό, κίτρινου χρώματος, στενά φύλλα, ακέραια και τρισχιδή αγκάθια. Άνθη σε βότρεις με τρία μικρά σέπαλα, 6 μεγάλα πέταλα κίτρινα και 6 μικρά νεκταροφόρα. Τα άνθη του φυτού, έχουν την ιδιότητα μόλις τα αγγίξει κανείς στη βάση τους, οι στήμονες να κλείνουν προς τον ύπερο και να μένουν εκεί για ένα χρονικό διάστημα στέρεα, μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος εξωτερικής προσβολής.
Καρποί σε ράγες, σαρκώδεις σε χρώμα μπλε ή μαύρο.

Ιστορικά στοιχεία:
Το βότανο χρησιμοποιήθηκε εδώ και εκατονταετίες.
Στη λαϊκή ιατρική του Ιράν απέδιδαν στο φυτόωαντιβακτηριακές, αντιπυρετικές, αντικνησμώδεις και αντιαρρυθμικές ιδιότητες. Στη Βουλγαρία το χρησιμοποιούσαν για χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις του ήπατος, χοληδόχου κύστης, νεφρών και σε ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Στην κινεζική ιατρική το χρησιμοποιούν ως συστατικό συνταγών για ρευματοειδείς παθήσεις.
Στην Ευρώπη οι πρακτικοί συνιστούσαν το οινώδες έγχυμα του φλοιού (το άφηναν στο λευκό κρασί για 1-2 ημέρες) κατά του ίκτερου και την επαναφορά του οργανισμού στη φυσιολογική λειτουργία, χωρίς κίνδυνους επιπλοκών.
Το αφέψημα των φύλλων του φυτού με μέλι το έδιναν κατά του σκοβρούτου και διάφορων ειδών δυσεντερίας.
Στην Αίγυπτο χρησιμοποιούσαν τον καρπό σε κακοήθεις πυρετούς, πανώλη και διάρροιες.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Ο φλοιός της ρίζας της λουτσιάς είναι πολύ πικρός. Περιέχει αλκαλοειδή (βερβερίνη, βερβαμίνη, οξυακανθίνη, ιατροζίνη, κολουμβαμίνη, παλματίνη, ισοτετρανδίνη, βερβουλσίνη και μαγκνοφλορίνη), τανίνη, ρητίνη, λίπος και άμυλο. Επιπλέον οι ράγες περιέχουν βιταμίνη C, μηλικό και κιτρικό οξύ.
Από τις ράγες παρασκευάζεται χυλός, σιρόπι, και πηκτή. Οι καρποί άγουροι αντικαθιστούν την κάππαρη και φτιάχνουν ωραίο τουρσί, ορεκτικό για ούζο. Με τις ώριμες ράγες παρασκευάζονται μαρμελάδες, ενώ ζυμούμενες με μελιτούχο νερό παράγουν ένα υδρόμελι υπόξινο και αρκετά ευχάριστο.
Η ρίζα και οι βλατοί χρησιμοποιούνται για βαφή μάλλινων, βαμβακερών και κλωστών.
Ο φλοιός μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη βυρσοδεψία για βαφή δερμάτων με ωραίο κίτρινο χρώμα. Ο χυμός των ραγών ανακατεμένος με στύψη δίνει λαμπερό κόκκινο χρώμα.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Ανθίζει από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο και τα άνθη του δεν μυρίζουν ευχάριστα. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούμε το φλοιό των μίσχων, ρίζες, φύλλα και καρπούς.. Οι ρίζες και τα σπέρματα μαζεύονται το φθινόπωρο, πάντοτε τον δεύτερο χρόνο από τη γέννηση του φυτού. Τα φύλλα κατά την άνθιση του φυτού και οι καρποί όταν είναι τελείως ώριμοι.
Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Όλο το φυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για θεραπευτικούς σκοπούς. Ο δεύτερος φλοιός των βλαστών και περισσότερο της ρίζας είναι πικρός, τονωτικό και ελαφρά καθαρτικός.
Βερβερίνη, κολουμπαμίνη και οξυακανθίνη είναι αντιβακτηριδιακά και άριστα αντιπυρετικά. Η πρώτη ίσως διαθέτει και αντιιϊκές ιδιότητες ενώ έρευνες έχουν δείξει ότι διευρύνει τις αρτηρίες, κατεβάζοντας έτσι την πίεση και δρώντας ως αντιπαροξυσμικό. Χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία στην θεραπεία της λεισμανίασης (λοιμώξεις μεταδιδόμενες από τα έντομα φλεβοτόμος). Είναι επίσης αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της χολέρας. Συνίσταται κατά των ελωδών πυρετών, ιδίως όταν συνοδεύονται από μεγαλοσπληνία, γιατί έχει την ιδιότητα να συσπά τον σπλήνα και να διώχνει έτσι τα ελοπλασμώδια που φωλιάζουν σε αυτόν και στην ατονία του πεπτικού συστήματος.
Η οξυακανθίνη έχει ιδιότητες ανάλογες με την κινήνη.
Η λουτσιά κατά τον Gilibert (τη χρησιμοποιούσε κατά της υδρωπικίας) δρα θετικά σε ήπαρ και σπλήνα. είναι τονωτική, καθαρτική, διεγερτική και χολαγωγή.
Οι ρίζες και ο φλοιός της λουτσιάς σε αφέψημα είναι χρήσιμες για λοιμώξεις πνευμόνων, νεφρών και ήπατος. Βοηθά στην αποβολή των λίθων από χοληδόχο κύστη μέσω της γαστρεντερικής οδού.
Μια κουταλιά από το χυμό των καρπών σε ένα ποτήρι νερό αποτελεί εξαίσιο δροσιστικό. Η λεμονάδα που παρασκευάζεται από τις ράγες βοηθά σε προβλήματα κυνάγχης και φλεγμονών του λάρυγγος, όπως και κατά των χολικών φλεγμονωδών παθήσεων και του τυφοειδούς πυρετού.
Επίσης η λουτσιά χρησιμοποιείται εσωτερικά για δυσεντερία, μαλάρια, λεϊσμανίαση, ηπατίτιδα, καρκίνο του συκωτιού, πέτρες στη χολή και τα νεφρά, υπέρταση και παράλληλα με τη χημειοθεραπεία κατά του καρκίνου (Χ. Κάτσης). Τα φύλλα χρησιμοποιούνται σαν αντιαιμορραγικό στις γυναικολογικές αιμορραγίες.
Στην ομοιοπαθητική χρησιμοποιείται ένα βάμμα ξερής ρίζας (της Berberis vulgaris) εναντίον των παθήσεων των εντέρων, της ρευματικής πολυαρθρίτιδας, της ισχιαλγίας και της πυελίτιδας.

Παρασκευή και δοσολογία:
Ο εσωτερικό φλοιός ή η ρίζα παρασκευάζεται ως αφέψημα. Βράζουμε 2 γραμμάρια σε δύο φλιτζάνια νερό για 5-10 λεπτά. Αφού το τσάι κρυώσει το σουρώνουμε και το πίνουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας χωρισμένο σε τρεις δόσεις.
Για να παρασκευάσουμε σιρόπι από τους καρπούς χρησιμοποιούμε 2 μέρη χυμού των καρπών και 5 μέρη ζάχαρη.

Προφυλάξεις:
Το βότανο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από τις εγκύους. Πρέπει να λαμβάνονται αυστηρά οι προτεινόμενες δόσεις και υπό την επίβλεψη έμπειρου βοτανοθεραπευτή. Υπερβολικές δόσεις μπορούν να βλάψουν τα νεφρά εξ αιτίας της βερβερίνης και ύστερα από σύντομη διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος, μπορεί να παραλύσει το κέντρο ελέγχου της αναπνοής και της κυκλοφορίας του αίματος και να προκαλέσει υπνηλία, εμέτους και διάρροια. Δεν πρέπει να καταναλώνουμε περισσότερο από 30-60 γραμμάρια χυμού από τους καρπούς ημερησίως.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα