Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Crocus sativus και το συναντούμε στη χώρα μας με την ονομασία ζαφορά, μαμελούκος ή σαφράν.
Είναι φυτό βολβόριζο της κατηγορίας των κρίνων και ανήκει στην οικογένεια των Ιριδωδών.
Ο βολβός είναι στρογγυλός, σαρκώδης και λευκός εσωτερικά. Εξωτερικά ο βολβός είναι σκεπασμένος από «λέπυρα» με χρώμα γκριζοκόκκινο και από κάτω έχει ρίζες ινώδεις κιτρινωπές. Φτάνει σε ύψος τα 5-30 εκατοστά.
Έχει πράσινα, λεπτά, κομψά, λογχοειδή φύλλα που εμφανίζονται συνήθως μετά την ανθοφορία του. Ανθίζει το Φθινόπωρο και τα κρινάκια του σχηματίζονται από 6 πέταλα και έχουν πορφυρό προς βιολετί χρώμα. Τα στίγματα έχουν ζωηρό πορτοκαλί χρώμα. Στο νησί μας υπάρχουν διάφορα είδη κρόκου τα οποία φυτρώνουν σε άγρια μορφή. Ένα είδος μάλιστα από αυτά το Crocus cartwrightianus Hembert απαντάται μόνο στην Δυτική Κρήτη και είναι το πρώτο που πιθανολογείται ότι εμφανίσθηκε.
Έχει άνθη μικρότερα, χρωματικά ποικιλόμορφα και χιτώνα δικτυωτό. Η ιστορία του βοτάνου χάνεται στα βάθη των αιώνων. Το από πότε είναι γνωστό ο Κρόκος δεν είναι επιβεβαιωμένο. Αναφέρεται ότι οι Σουμέριοι το γνώριζαν εδώ και 5.000 χρόνια. Με δεδομένο ότι για πρώτη φορά εμφανίσθηκε στα μέρη μας, κανείς δεν γνωρίζει πως μεταφέρθηκε από την Μεσόγειο στη Μεσοποταμία. Αναφορά για καλλιέργεια κρόκου έχουμε από το 2.300 π.Χ. Στην Αργοναυτική εκστρατεία , η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας έδωσε στον Ιάσωνα χυμό καυκασιανού κρόκου για να τον προστατέψει από την πύρινη ανάσα των ταύρων που προστάτευαν το Χρυσόμαλλο Δέρας. Ο κρόκος αυτός είχε φυτρώσει στο σημείο όπου έτρεχε το αίμα του Προμηθέα όπως αναφέρει η μυθολογία.
Εμφανίζεται σε Μινωικές ζωγραφιές του 1600 π.Χ. και ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι οι αρχαίοι Έλληνες τον χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς σε πολλές και διάφορες φλεγμονές.
Ο Κρόκος καλλιεργείται για τα στίγματα του άνθους του, τις ίνες σαφράν οι οποίες εκτός από τις θεραπευτικές τους ιδιότητες, χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα, αλλά και ως χρωστικό. Είναι το ακριβότερο μπαχαρικό στον κόσμο και ο λόγος είναι απλός. Για να μαζέψει κανείς ένα κιλό από το μπαχαρικό αυτό χρειάζεται να μαζέψει με το χέρι του περίπου 140.000 άνθη. Η διαδικασία συλλογής και αποξήρανσης για ένα κιλό από το πολύτιμο αυτό βότανο απαιτεί 400 ώρες εργασίας. Συλλέγεται τρεις φορές τον χρόνο. Την τελευταία φορά βγαίνουν και οι βολβοί, καθαρίζονται και ξαναφυτεύονται σε άλλο σημείο για να ετοιμαστεί η παραγωγή της επόμενης περιόδου.
Η ακριβή τιμή του Κρόκου ήταν και η αιτία της νοθείας του με βοοειδείς χρωματισμένους ιστούς και πατάτα. Τον 15ο αιώνα στη Νυρεμβέργη ένας έμπορος θάφτηκε ζωντανός επειδή νόθευσε τον Κρόκο που ίσως προοριζόταν για το Βασιλικό τραπέζι.
Ο Κρόκος περιέχει αιθέριο έλαιο (8-10% περιέχει τερπένες, τερπενικές αλκοόλες και εστέρες), κροκίνη (ένα χρωματικό γλυκοζίδιο), πικροκροκίνη (ένα άχρωμο, πικρό γλυκοζίδιο).
Είναι δριμύ, γλυκόπικρο βότανο το οποίο βελτιώνει την πέψη, διεγείρει την κυκλοφορία του αίματος, αυξάνει την εφίδρωση και την αποβολή των ούρων, κατεβάζει την πίεση και δρα κυρίως ως εμμηναγωγό καταπραϋντικό, αντισπασμωδικό και αντιυστερικό. Είναι ακόμη τονωτικό και στομαχικό. Από Κρόκο παρασκευάζεται και σιρόπι για εντριβές των ούλων στις περιπτώσεις πόνων της οδοντοφυΐας, προφανώς επειδή έχει και ελαφρά ναρκωτικές ιδιότητες. Είναι κατά της γαστραλγίας, της υστερίας και του κοκκύτη.
Στην κινέζικη παραδοσιακή ιατρική χρησιμοποιείται εσωτερικά για να διεγείρει τη ζωτική ενέργεια του συκωτιού, ως αντικαταθλιπτικό και στις διαταραχές των εμμήνων.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα