Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Filipendula ulmaria (Φιλιπέντουλα η πτελοειδής) και ανήκει στην οικογένεια των Ροδανθών.
Στη χώρα μας φύεται Σπειραία η Οινάνθη, ένα ποώδες φυτό, που φύεται κύρια στα ορεινά μέρη σε Αρκαδία, Θεσσαλία και Δυτική Μακεδονία. . Τα κυριότερα είδη του φυτού είναι η Filipendula ulmaria, Filipendula ulmaria “Variegata” και η Filipendula vulgaris.
Είναι φυτό ποώδες, πολύχρονο και ιθαγενές της κεντρικής Ευρώπης και το συναντούμε κοντά σε ρυάκια, ποτάμια, υγρά λιβάδια, σε ελώδεις περιοχές ή σε υγρά δάση ακόμα και σε υψόμετρο 1000 μέτρων.
Έχει άκαμπτα στελέχη, ύψους 60 έως 130 εκατοστών. Φύλλα πτεροειδή, πράσινα από πάνω και ελαφρώς αργυρόχροα από κάτω. Άνθη μικρά, λευκά κρεμ, εύοσμα, σε όρθιο κόρυμβο. Η ρίζα του φυτού είναι με λέπια.

Ιστορικά στοιχεία:
Είναι βότανο γνωστό εδώ και εκατονταετίες. Το λατινικό όνομα Φιλιπέντουλα το προέρχεται από τις λέξεις filum (νήμα) και pendulus (εκκρεμές) λόγω των κονδύλων που κρέμονται από τις ινώδεις ρίζες του. Ο Γκέραρντ (1597) συνιστούσε το βότανο για την αντιμετώπιση του τεταρταίου πυρετού. Ήταν δημοφιλές άρτυμα την εποχή της Ελισάβετ και την χρησιμοποιούσαν για να κατευνάσουν τον πυρετό και τους πόνους. Στην δεκαετία του 1830, εκχυλίστηκαν για πρώτη φορά από το βότανο αντιφλεγμονώδεις χημικές ενώσεις, τα σαλικυλικά, από ένα Ιταλό καθηγητή. Εξήντα χρόνια αργότερα, η φαρμακευτική εταιρία Bayer παρήγαγε συνθετικά μία παρόμοια ουσία, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ. Την ονόμασαν ασπιρίνη από το Spiraea ulmaria, το παλιό λατινικό όνομα του φυτού.
Παλαιότερα χρησιμοποιούσαν και την ρίζα του φυτού (για τη διάρροια) και την συνέλεγαν Μάρτιο και Απρίλιο. Τα άνθη και τα φύλλα τα χρησιμοποιούσαν κατά του ύδρωπος, της ορχίτιδας, των ρευματισμών, στη φλόγωση των αναπνευστικών οδών.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Είναι βότανο ψυχρό με στυφή γεύση, υγρό και ξηραντικό. Περιέχει σε γλυκοσιδική μορφή μία σαλικυλική αλδεύδη, την σπιραιίνη, καθώς και σαλικυλικό μεθύλιο, γκολθερίνη, ένα φλαβονικό γλυκοσίδιο, σπιραιοσίδη, 10% τανίνη, γλίσχρασμα, φυτικές χρωστικές, βιταμίνη C και σάκχαρο.

Άνθιση – χρησιμοποιούμενα μέρη - συλλογή:
Για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες χρησιμοποιούνται τα αέρια μέρη του φυτού. Η συλλογή γίνεται όταν τα άνθη του φυτού έχουν πλήρως ανθίσει. Συλλέγουμε άνθη και φύλλα από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο. Αποξηραίνονται σε μέρος που η θερμοκρασία δεν ξεπερνά τους 40 βαθμούς.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Το βότανο δρα ως αντιρρευματικό, αντιφλεγμονώδες, στομαχικό, αντιόξινο, αντιεμετικό και στυπτικό.
Είναι ένα από τα καλύτερα πεπτικά ιάματα που υπάρχουν. Ενδείκνυται για τις περισσότερες καταστάσεις, αν τις προσεγγίσουμε ολιστικά. Δρα προστατευτικά και καταπραϋντικά στις βλεννογόνους μεμβράνες του πεπτικού σωλήνα, μειώνοντας την υπεροξύτητα και καταπραΰνοντας τη ναυτία. Χρησιμοποιείται στη θεραπεία καούρας, υπεροξύτητας, γαστρίτιδας και πεπτικών ελκώσεων. Η ήπια στυπτικότητα της είναι χρήσιμη στη θεραπεία της διάρροιας στα παιδιά. Η παρουσία ουσιών παρόμοιων της ασπιρίνης εξηγεί τη δράση της Σπειραίας στη μείωση του πυρετού και στην ανακούφιση των ρευματικών πόνων στους μύες και τις αρθρώσεις.
Η μακροχρόνια χρήση της ασπιρίνης μπορεί να προκαλέσει γαστρικά έλκη και αιμορραγίες, αλλά με την Σπειραία δεν εμφανίζονται αυτές οι παρενέργειες γιατί είναι ένα ήπιο γιατρικό του πεπτικού για την οξύτητα και μερικούς τύπους διάρροιας. Οι τανίνες και η φυτική κόλλα που περιέχει το βότανο φαίνεται ότι μειώνουν την επιζήμια δράση των απομονωμένων αλάτων σαλικυλικού οξέως που μπορούν να δημιουργήσουν γαστρική αιμορραγία. Επιπρόσθετα έχει διουρητική δράση που ενθαρρύνει την απέκκριση του ουρικού οξέως.
Συνδυάζεται με βότανα όπως η Αγγελική και η Ιτιά για την αρθρίτιδα.
Υπό μορφή επιθέματος το χρησιμοποιούμε σε επώδυνες αρθριτικές και ρευματικές αρθρώσεις ή σε πρόβλημα νευραλγίας. Σαν ζεστό εκχύλισμα είναι εφιδρωτικό και αντιπυρετικό. Είναι στην ουσία ένα είδος φυτικής ασπιρίνης.

Παρασκευή και δοσολογία:
Παρασκευάζεται ως έγχυμα. Ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε ένα με δύο κουταλάκια του τσαγιού ξηρό βότανο, το σκεπάζουμε και το αφήνουμε 10-15 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε τρεις φορές την ημέρα ή όταν χρειάζεται.
Υπό μορφή βάμματος λαμβάνουμε 1-4ml βάμματος τρεις φορές την ημέρα. Το βάμμα γενικά είναι ισχυρότερο από το έγχυμα. Μπορούμε να το πάρουμε μέσα σε έγχυμα γλυκόριζας.

Προφυλάξεις:
Αποφεύγουμε τη χρήση του βοτάνου αν έχουμε ευαισθησία σε σαλικυλικά.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα νέα