Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Galium aparine L. (Γάλιο η απαρίνη). Η κοινή του ονομασία είναι κολλητσίδα. Είναι ετήσιο φυτό που συναντούμε συχνά στην ύπαιθρο. Το στέλεχος του φυτού είναι τετραγωνικό και μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 120 εκατοστά και έχει μικρά άγκιστρα. Στη χώρα μας υπάρχουν 50 περίπου είδη του φυτού. Τα φύλλα του είναι στενά, μικρά και πολλά (ανά 6 έως 8) σε ρόδακες. Τα άνθη του είναι λευκοκίτρινα, μικρά, κατά βότρυες.
Παραδοσιακά ο λαός μας χρησιμοποιούσε το βότανο αυτό για περιποίηση πληγών και ελκών καθώς και για τις αντικαρκινικές του ιδιότητες.
Για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες χρησιμοποιούνται τα αέρια μέρη του φυτού και ο φρέσκος χυμός του.
Περιέχει ασπερουλοσιδικό γλυκοσίδιο, γαλοτανικό οξύ και κιτρικό οξύ. Δρα ως εξομαλυντικό, αντιφλεγμονώδες, τονωτικό, στυπτικό και αντινεοπλασματικό.
Το γάλιο θεωρείται ένα πολύτιμο φυτό. Είναι ίσως το καλύτερο διαθέσιμο τονωτικό του λεμφικού συστήματος. Σαν λεμφοτονωτικό με εξομαλυντική και διουρητική δράση μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων στα οποία εμπλέκεται το λεμφικό σύστημα. Είναι χρήσιμο σε περιπτώσεις οιδήματος των αδένων (λεμφαδενίτιδα), σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος και ιδιαίτερα στην αμυγδαλίτιδα και την αδενοειδίτιδα (φλεγμονή των αδενοειδών εκβλαστήσεων του ρινοφάρυγγα). Χρησιμοποιείται επίσης ευρύτατα σε καταστάσεις του δέρματος, ιδιαίτερα ξηράς μορφής, όπως η ψωρίαση. Είναι ωφέλιμο στη θεραπεία της κυστίτιδαςκαι άλλων καταστάσεων του ουροποιητικού συστήματος που συνοδεύονται από πόνο. Για τη χρήση αυτή μπορεί να συνδυασθεί με μαλακτικά. Το γάλιο έχει επίσης μεγάλη παράδοση στην αγωγή των ελκών και των όγκων που μπορεί να οφείλονται στη λεμφική παροχέτευση.
Σαν λαχανικό είναι εξαιρετικό αν και δεν το συνηθίζουμε στη χώρα μας.
Για προβλήματα του λεμφικού συστήματος συνδυάζεται καλά με τη φυτολάκκα, την εχινάκια και την καλέντουλα. Για προβλήματα δέρματος, συνδυάζεται καλά με το αγριολάπαθο και το άρκτιο.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα