Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι HYOSCYAMUS niger L. (Υοασκίαμος ο μέλας) και ανήκει στην οικογένεια των Σολανιδών. Το γένος αυτό περιλαμβάνει 9 είδη ιθαγενή της Ευρώπης, όπως ο Υοσκύαμος ο λευκός (Hyoscyamus albus) και ο Υοσκύαμος ο χρυσός (Hyoscyamus aureus) τα οποία έχουν σχεδόν ίδιες θεραπευτικές ιδιότητες.
Το φυτό ζει 1 ή 2 χρόνια, είναι τριχωτό και αναδίνει δυσάρεστη μυρωδιά. Το στέλεχος του είναι όρθιο, εύρωστο, βελούδινο στην όψη, κυλινδρικό και φτάνει σε ύψος από 40 έως 120 εκατοστά.
Τα φύλλα του είναι μεγάλα, έντονα γωνιώδη. Τα άνθη του βγαίνουν σε στάχυ, στην άκρη των κλαδιών, με χρώμα λευκοκίτρινο περιφερειακά και ελαφρά βιολέ στη βάση τους ή έχουν γραμμώσεις με βαθύ πορφυρό χρωματισμό. Οι καρποί είναι κάψες με 2 λοβούς και περιέχουν πολλούς γκριζωπούς σπόρους.
Στη χώρα μας το συναντούμε στη Δυτική Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία, Εύβοια, Λακωνία, Κρήτη και Επτάνησα με τις κοινές ονομασίες γέροντας, γέρος, γερούλι, γλιτζιάς, γιατρός, αδύσκαμος, δισκύαμος, δαιμοναριά, μηλόχορτο, δοντόχορτο, λιτσάρμο, στρουμπάρα, μπελελές, γλυκύαμος, αγριοκαπνός.
Είναι φυτό πολύτιμο αλλά και επικίνδυνο, εξ αιτίας της δραστικότητάς του. Δεν είναι πολύ διαδεδομένο. Φυτρώνει σε χέρσα εδάφη, αναχώματα, πλαγιές, άκρες δρόμων.

Ιστορικά στοιχεία:
Τα είδη του υοσκύαμου τα χρησιμοποιούσαν εδώ και τουλάχιστον 4.000 χρόνια, από την εποχή των αρχαίων Αιγυπτίων και όχι μόνο.
Υοσκύαμος στα ελληνικά σημαίνει κουκί του χοίρου. (ύος=χοίρος, κύαμος=κουκί).
Οι χοίροι μπορούν να φάνε τους σπόρους του φυτού χωρίς τον παραμικρό φόβο.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Ηρακλής είχε ανακαλύψει τις παραισθησιογόνες ιδιότητες του υοσκύαμου.
Οι Ελληνίδες ιέρειες του μαντείου των Δελφών εισέπνεαν τον καπνό από τους σπόρους για να έρθουν σε έκσταση και να βλέπουν οράματα. Οι μαθητές του Ιπποκράτη έδιναν τους σπόρους του φυτού ανακατεμένους με κρασί για τον πυρετό, τον τέτανο και τις παραλύσεις που μπορούν να προκύψουν μετά την γέννα.
Η ιατρική του χρήση έχει πιστοποιηθεί στη Μεσοποταμία και στον πάπυρο Ebers (15ο αιώνα π.Χ.).
«Χάρη στις παραισθησιογόνες ιδιότητές του ο αδύσκαμος καταλάμβανε σπουδαία θέση στις διάφορες μαγικές παρασκευές μαζί με την μπελαντόνα και το μανδραγόρα. Πολύ πριν την ανακάλυψη του χλωροφόρμιου, πιθανόν τον 14ο αιώνα, οι ιατροί να έκαναν χρήση αυτού του φυτού στη χειρουργική».
Ο Διοσκουρίδης τον 1ο αιώνα μ.Χ. περιγράφει τον υοσκύαμο σαν υπνωτικό και παυσίπονο σκεύασμα, φυτό πολύτιμο αλλά επικίνδυνο. Προτιμούσε τη χρήση του φυτού Hyoscyamus albus γιατί πίστευε ακόμη ότι με το φυτό αυτό ελαχιστοποιούνταν οι πιθανότητες να τρελαθεί ένας ασθενής και χρησιμοποιούσε τα φύλλα και τα σπέρματα του σκόνη και μουσκεμένα σε νερό για να σταματήσει τον πόνο.
Στον Μεσαίωνα αποτελούσε ένα από τα κυριότερα βότανα που χρησιμοποιούσαν στην μαγεία. Την εποχή εκείνη θεωρούσαν πως όταν οι μάγισσες, αλείφονταν με ένα μαγικό φίλτρο, μπορούσαν να πετάξουν με ένα σκουπόξυλο. Σήμερα κάτι τέτοιο το θεωρούμε φανταστικό, αλλά ήταν κατά κάποιο τρόπο αληθινό. Το μαγικό φίλτρο το έφτιαχνα από υοσκύαμο και μπελαντόνα, βότανα που περιέχουν παραισθησιογόνες ουσίες. Αυτές μπορούν να απορροφηθούν από το δέρμα και προκαλούν έκσταση κατά την οποία είναι πολύ πιθανό να νομίζει κάποιος ότι πετάει. Οι κυνηγοί μαγισσών χρησιμοποιούσαν το ίδιο φίλτρο για ένα άλλο σκοπό. Άλειφαν την κρέμα στο δέρμα (ιδίως στον κόλπο), γεγονός που προκαλούσε στην κατηγορούμενη σπασμούς και παραισθήσεις «αποδεικνύοντας» ότι ήταν μάγισσες.
Ο υοσκύαμος χρησιμοποιήθηκε από μερικούς λαούς σαν αφροδισιακό βότανο. Ήταν το κυριότερο συστατικό των παλιών φίλτρων του έρωτα. Στην Κρήτη το αποκαλούμε αδύσκιαμο αλλά επίσης και καλομπενιό, αντοντόχορτο (δοντόχορτο) ή διαμονόχορτο. Η ρίζα του φυτού είναι δύο ειδών. Του ενός μοιάζει με τον κυνόδοντα και του άλλου είναι διχασμένη και μοιάζει με τραπεζίτη. Για τον λόγο αυτό το αποκαλούσαν και αντοντόχορτο. Οι χωρικοί πίστευαν πως παγουριάζει τους πόνους των δοντιών. Έβαζαν τον σπόρο στα κάρβουνα και μπουμπούριζαν από πάνω ένα πιατάκι του καφέ. Στο πιατάκι υγροποιούταν ο ατμός και το υγρό αυτό «τονέ χύνουνε στην κουφάλα του αδοδιού».
Ή άνοιγαν το στόμα τους για να μπαίνει ο καπνός του καιγόμενου σπόρου μέσα. «Έχουνε να πούνε πως ανέχη μέσα τα’ αντόντι σκούληκα, τονέ θωρού γκαί πέφτει!».
Αυτή η χρήση ήταν γνωστή και σε άλλους λαούς της Ευρώπης όπου έκαιγαν μίγμα θρυμματισμένων φύλλων υοσκύαμου, στραμόνιου και φασκόμηλου άνω σε μια πυρωμένη επιφάνεια και εισέπνεαν τον καπνό για να ανακουφιστούν από τον πονόδοντο και το βρογχικό άσθμα.
Επίσης στη Κρήτη χρησιμοποιούσαν τα φύλλα κοπανισμένα σε κατάπλασμα πάνω στην ταπινάρα (διόγκωση μασχαλιαίων αδένων πολύ οδυνηρή). Στα Σφακιά το κατάπλασμα του φυτού το έβαζαν πάνω στο ερυσίπελας (λοιμώδη δερματική πάθηση).

Συστατικά-χαρακτήρας:
Το φυτό είναι δηλητηριώδες. Περιέχει πολλά αλκαλοειδή (υοσκυαμίνη, ατροπίνη, σκοπολαμίνη). Όταν αποξηρανθεί, η υοσκυαμίνη μετατρέπεται μερικώς σε ατροπίνη, με ενζυματική δράση (ρακεμάσες). Το φυτό περιέχει ακόμη παρασιτοκτόνες ουσίες και ένα έλαιο που είναι ελαφρώς βάλσαμο.

Άνθιση – χρησιμοποιούμενα μέρη - συλλογή:
Το φυτό ανθίζει από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο. Συλλέγεται λίγο πριν την άνθιση Απρίλιο και Μάιο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα φύλλα, οι κορφές (πριν ανθίσουν τελείως) και οι σπόροι.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Το βότανο δρα ως καταπραϋντικό, αναλγητικό, σπασμολυτικό. Όταν αυξηθεί η δόση καθίσταται ναρκωτικό. Παρουσιάζει ιδιότητες παραπλήσιες με την Μπελαντόνα, αλλά ως καταπραϋντικό και υπνωτικό είναι αποτελεσματικότερο αυτής, λόγω της σκοπολαμίνης που περιέχει.

Σήμερα ο υοσκύαμος χρησιμοποιείται κυρίως για την αντιμετώπιση των σπασμών, ιδίως του στομάχου και των εντέρων, αλλά και για την ασθένεια Πάρκινσον. Εκτός από αυτά χρησιμοποιείται ως φάρμακο για τις νευραλγίες, νευρικό βήχα, κοκίτη, κατά της ακράτειας των ούρων, των αιμορροΐδων και της κήλης. Είναι ευεργετικό κατά του πρηξίματος των ματιών και συστήνεται ως φάρμακο για να καταπραΰνει τους υστερικούς και επιληπτικούς.
Εξωτερικώς το βότανο χρησιμοποιείται για ρευματικούς πόνους, κατά της αρθρίτιδας και των οδυνηρών φλεγμονών του δέρματος και του στήθους. Βοηθά στην αιμόπτυση, την μητρορραγία, τον νυκτερινό ιδρώτα των φυματικών και της παράλυσης της ίριδας.
Το έλαιο του υοσκύαμου παρασκευάζεται από τα φύλλα και χρησιμοποιείται για τους πόνους των αυτιών και κατά των ρευματισμών.
Τα αποξηραμένα φύλλα αυτούσια χρησιμοποιούνται για κάπνισμα γιατί καταπραΰνουν τις κρίσεις του άσθματος. Στην ομοιοπαθητική, χρησιμοποιούν σαν καταπραϋντικό ένα βάμμα, που το παρασκευάζουν από το νωπό φυτό.

Παρασκευή και δοσολογία:
Το αφέψημα του φυτού για εσωτερική ή εξωτερική χρήση γίνεται με 2-4 γραμμάρια ξηρού βοτάνου σε 1 λίτρο νερό. Ημερήσια δόση από 15 έως 60 γραμμάρια.

Προφυλάξεις:
Το φυτό είναι πολύ δραστικό. Η χρήση του πρέπει να γίνεται μόνο κάτω από τις οδηγίες ιατρού ή πολύ έμπειρου βοτανοθεραπευτή. Δεν επιτρέπεται η αυτοθεραπεία και ακόμη περισσότερο η αυτοπροετοιμασία του σκευάσματος.
Υπερβολική δόση προκαλεί διαταραχές στην όραση, σπασμούς, κώμα και θάνατο από ανακοπή της αναπνοής ή της καρδιάς. Σε περιπτώσεις δηλητηριάσεως πρέπει να γίνεται αμέσως πλύσιμο στομάχου με νερό (προκαλώντας εμετό με ζεστό νερό), λήψη εσωτερικά σκευασμάτων του ενεργού άνθρακα και υποστήριξη της λειτουργίας ζωτικών οργάνων.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα νέα