Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία της καρυδιάς είναι Juglans regia (Καρύα η βασιλική) και ανήκει στην οικογένεια των Καρυδοειδών. Είναι δέντρο που συναντούμε σε Δυτική Ασία, Ανατολική Μεσόγειο και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στην Ελλάδα έχουμε περισσότερες από 10.000 άγριες καρυδιές στα όρη της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας. Αυτοφύεται κατά τόπους σε αραιά δάση, κοίτες ποταμών, υγρά εδάφη και ηλιόλουστες πλαγιές μέχρι τα 1400 μέτρα.
Είναι ένα φυλλοβόλο δέντρο που μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 20 μέτρα. Τα φύλλα της είναι σύνθετα ανοιχτοπράσινα με χαρακτηριστική μυρωδιά. Η καρυδιά ονομάστηκε Κάρυα όπως αναφέρει Πλούταρχος, γιατί εκείνοι που κοιμούνται κάτω από το δέντρο εισπνέουν τη βαριά οσμή του και πέφτουν σε βαθύ ύπνο.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Τα φύλλα έχουν ισχυρή αρωματική οσμή. Η γεύση τους είναι υπόπικρη, ρητινώδης και ελαφρά δηκτική. Τα άνθη έχουν τις ίδιες ιδιότητες αλλά λίγο εντονότερες. Τα φύλλα περιέχουν φλαβονοειδή, ναφθοκινόνες, τανίνες και αιθέριο έλαιο.
Ο πράσινος φλοιός περιέχει άμυλο, χλωροφύλλη, μηλικό οξύ, κιτρικό οξύ, άλατα, βιταμίνη C, δεψίνη, μία ουσία δηκτική και πικρή, αιθέριο και στερεό έλαιο, ινοζίνη, καρυίνη, και ναφθοκινόνη.
H επιδερμίδα του φλοιού περιέχεi καρυοδεψικό οξύ.
Το νωπό παρέγχυμα του καρπού περιέχει νερό 26,50%, αζωτούχες ουσίες 11,05%, λιπαρές ουσίες 41,98%, εκχυλισματικές ουσίες 17,57%, κυτταρίνη 1,60%, τέφρα 1,30%. Περιέχουν επίσης κοβάλτιο, ασβέστιο, σίδηρο και μαγγάνιο. Το έλαιο των καρυδιών περιέχει απαραίτητα λιπαρά οξέα όπως το α-λινολενικό που είναι ζωτικό για την υγιή κυτταρική λειτουργία και την παραγωγή προσταγλανδινών.

Ιστορικά στοιχεία:
Από απολιθωμένα φύλλα καρυδιάς που βρέθηκαν στην Προβηγκία, υπολογίζεται πως η καρυδιά ήταν γνωστή στην Ευρώπη από την προϊστορική εποχή.
Οι αρχαίοι Έλληνες την θεωρούσαν δέντρο του Δία και μοίραζαν τους καρπούς κατά τους γάμους στους καλεσμένους.
Ο Ιπποκράτης χρησιμοποιούσε τον πράσινο φλοιό των καρυδιών ως ελμινθοκτόνο ενώ Διοσκουρίδης θεωρούσε το καρυδέλαιο ανθελμινθικό και ταινιοκτόνο.
Εκατονταετίες μετά ο Ντε Σουρέλ επιβεβαίωσε τις αντιελμινθικές ιδιότητες του καρυδέλαιου, οι οποίες μάλιστα ενισχύονται όταν συνδυαστούν με σκόρδο.
Ο Διοσκουρίδης επίσης, θεωρούσε το καρύδι αντίδοτο εναντίον των δηλητηριάσεων, αν φαγωθούν πριν ή μετά, μαζί με σύκα και απήγανο.
Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα πίστευαν (λόγω του σχήματος της ψίχας του καρυδιού που έμοιαζε με τον ανθρώπινο εγκέφαλο) ότι με καρύδια μπορούσαν να θεραπεύσουν διανοητικές ανωμαλίες.
Ο Γαληνός χρησιμοποιούσε σε στυπτικούς γαργαρισμούς τον οπό του φλοιού αραιωμένο.
Ο Μπέκετ χρησιμοποιούσε το αφέψημα του φλοιού και των φύλλων για γαργαρισμούς εναντίον της οξείας αμυγδαλίτιδας και του ρινικού κατάρρου. Στη λαϊκή ιατρική χρησιμοποιήθηκε και ο χυμός των φλοιών κατά των ακροχορδόνων και στην Ευρώπη τα φύλλα καρυδιάς ήταν δημοφιλές σπιτικό γιατρικό για το έκζεμα και την βλεφαρίτιδα στα παιδιά, ενώ το έγχυμα από το εξωκάρπιο το χρησιμοποιούσαν για να σκουραίνουν τα μαλλιά. Το 1841 ο Γάλλος Νεγκριέ χρησιμοποίησε τα φύλλα της καρυδιάς για να φτιάξει κολλύριο εναντίον των χοιραδικών οφθαλμιών.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα φύλλα, ο πράσινος καρπός, ο φλοιός των μίσχων και των ριζών, το επικάλυμμα του καρυδιού, τα καρύδια και τα άνθη. Τα φύλλα συλλέγονται την Άνοιξη, τα άνθη και τα μπουμπούκια το Μάη. Ο πράσινος εξωτερικός φλοιός των καρυδιών τον Ιούλιο. Όταν τα φύλλα αποξηρανθούν χάνουν λίγο περισσότερο από το μισό βάρος τους. Ο πράσινος φλοιός με την αποξήρανση, γίνεται λεπτός και παίρνει γεύση γλυκίζουσα.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Τα φύλλα είναι στυπτικά, αποτοξινωτικά, αποχρεμπτικά, και υπακτικά. Χρησιμοποιούνται για δερματικά προβλήματα (ακμή, ψωρίαση, έκζεμα) και σε περιπτώσεις δυσκοιλιότητας. Είναι κατάλληλα για αναπνευστικά προβλήματα όπως άσθμα και βήχα. Διεγείρουν το ήπαρ και προάγουν την αποτοξίνωση του οργανισμού. Το αφέψημα των φύλλων εξαφανίζει τα μυρμήγκια αν αλείψουμε τα μέρη από τα οποία περνάνε.
Ο φλοιός του δέντρου έχει χρησιμοποιηθεί ως οδοντόβουρτσα και μελέτη έχει δείξει ότι έχει αντιβακτηριακές, αντιμικροβιακές και στυπτικές ιδιότητες. Για τον λόγο αυτό μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της τερηδόνας, της πλάκας και των παθήσεων των ούλων.
Τα άνθη συσφίγγουν τα τριχοειδή αγγεία, πράγμα που είναι σημαντικό σε περιπτώσεις αιμορραγίας εξ’ αιτίας αιμορροΐδων, διάρροιας ή δυσεντερίας. Ο εσωτερικός φλοιός του καρυδιού είναι ένα από τα λίγα ισχυρά καθαρτικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια κατά την εγκυμοσύνη.
Τα καρύδια είναι χρήσιμα σε διαταραχές της πέψης και ασθένειες συκωτιού. Βελτιώνουν τον μεταβολισμό και συστήνονται σε ηλικιωμένους, στον ζαχαρώδη διαβήτη και την βρογχοκήλη.

Παρασκευή και δοσολογία:
Τα φύλλα λαμβάνονται εσωτερικά ως έγχυμα. Σε ένα κουταλάκι του τσαγιού ξερά φύλλα ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό και το αφήνουμε για 15 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε έως τρεις φορές την ημέρα. Τα καρυδότσουφλά παρασκευάζονται ως αφέψημα. Σε ένα λίτρο νερό βάζουμε 20 γραμμάρια και τα βράζουμε για 20 λεπτά.
Σε βάμμα μπορούμε να πάρουμε μέχρι 5 ml ημερησίως. Τα κάρυα τρώγονται φρέσκα ή αποξηραμένα, ενώ εξωτερικά το αφέψημα τίθεται υπό μορφή κομπρέσας σε περιπτώσεις εκζέματος και έρπητα.

Προφυλάξεις:
Δεν έχουν αναφερθεί προβλήματα από την χρήση του βοτάνου.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα