Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Lamium album (Λάμιο το λευκό).
Στη χώρα μας το αποκαλούμε νεροτσουκνίδα ή λαβρόχορτο.
Ανήκει στην οικογένεια των Χειλανθών.
Υπάρχουν παγκόσμια περίπου 40 είδη του βοτάνου αυτού με παρεμφερείς θεραπευτικές ιδιότητες και στη χώρα μας υπάρχουν 8 είδη του φυτού. Ανάμεσα σε αυτά εκτός από το Lamium album είναι το Lamium galeobdolon και το Lamium maculatum. Φύεται σε όλη την Ευρώπη και στη χώρα μας συναντάται ιδιαίτερα σε Κέρκυρα και Λακωνία. Το απαντούμε σε δενδρόκηπους, φράκτες, τις άκρες των δρόμων και τα ξέφωτα των δασών.
Είναι φυτό ετήσιο ή πολυετές, συχνά πορφυρώδες με οσμή μάλλον άσχημη.
Έχει ρίζα έρπουσα και ινώδη. Το στέλεχος του φυτού είναι πράσινο, άκαμπτο, ευθύ, τετράγωνο, λίγο χνουδωτό. Μοιάζει αρκετά στην εμφάνιση με την τσουκνίδα, αλλά σε αντίθεση με αυτήν τα φύλλα της δεν «τσιμπάνε». Είναι αρωματικό φυτό με ιδιάζουσα οσμή και φτάνει σε ύψος τα 40 εκατοστά.
Τα φύλλα του είναι χνουδωτά, σε σχήμα καρδιάς, οδοντωτά και νεύρα που εξέχουν από την κάτω επιφάνεια.
Τα άνθη του είναι λευκά γεμάτα νέκταρ, άμισχα κατά αξονικούς σπονδύλους. Το τσάι που φτιάχνουν είναι πολύ εύγευστο. Είναι φυτό πολύ αγαπητό στις μέλισσες οι οποίες μάλιστα κατά τις επισκέψεις τους φροντίζουν για την αναπαραγωγή του φυτού μια και το βότανο είναι ερμαφρόδιτο και αυτογονιμοποιείται με τη βοήθεια εντόμων και μελισσών.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Η γεύση του φυτού είναι πικρή. Περιέχει βλεννώδεις ουσίες, τανίνη και φλαβονικά γλυκοσίδια (ισοκερσιτίνη και καιμπφερόλη) καθώς και βιογενείς αμίνες ισταμίνη και τυραμίνη.

Ιστορικά στοιχεία:
Δεν υπάρχουν πολλά γραπτά στοιχεία για την χρήση της η οποία χρονολογείται από τον Μεσαίωνα. Από τότε χρησιμοποιούσαν το Λάμιο για να εξομαλύνουν προβλήματα έμμηνης ροής και να ανακουφίσουν τους πόνους της περιόδου.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη
Ανθίζει από τα μέσα της Άνοιξης μέχρι τα τέλη σχεδόν του Φθινοπώρου, ανάλογα με την περιοχή και τις καιρικές της συνθήκες. Σε μερικές περιοχές μπορεί τα άνθη να κρατήσουν μέχρι τον Δεκέμβριο. Οι σπόροι του φυτού ωριμάζουν από τον Ιούλιο και μετά.
Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούμε τις ανθισμένες κορυφές, τις οποίες φυσικά συλλέγουμε και αποξηραίνουμε την εποχή που αρχίζει το φυτό να ανθοφορεί. Τα φύλλα είναι εδώδιμα και μαγειρεύονται μαζί με άλλα χόρτα ή προστίθενται ωμά στις σαλάτες. Είναι καλή πηγή βιταμίνης Α.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Το βότανο δρα ως στυπτικό, αποχρεμπτικό, αιμοστυπτικό, αντισπασμωδικό, αντικαρκινικό, διουρητικό, υπνωτικό και τονωτικό.
Το έγχυμα των ανθοφόρων κορυφών του φυτού ενδείκνυται κατά των λευκορροιών, των μητρορραγιών και του προστάτη.
Χρησιμοποιείται κυρίως ως τονωτικό της μήτρας για να ελέγξει την εμμηνορροϊκή αιμορραγία και να μειώσει την υπερβολική έμμηνη ροή.
Το τσάι των ανθέων επίσης είναι καταπραϋντικό και βοηθά να κάνουμε καλό ύπνο, καθαρίζει το αίμα, έχει αποχρεμπτικές ιδιότητες και μειώνει τις μολύνσεις, ιδίως της ουρήθρας και του προστάτη.
Το αφέψημα του βοηθά κατά των χοιράδων (σκλήρυνση των αδένων του λαιμού) και των αιμορραγιών, ενώ σε εξωτερική χρήση εφαρμόζεται με κομπρέσες στις πληγές, τα αποστήματα και τους κιρσούς.
Εξωτερικά επίσης χρησιμοποιείται για πλυσίματα στις αφροδισιακές ασθένειες. Στα καψίματα μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλοιφή με τη ζελατινώδη ουσία που σχηματίζεται αν βράσουμε για πολύ το φυτό και μετά το αφήσουμε να μουλιάσει για μερικές ώρες στο υγρό του.
Συνδυάζεται καλά με την Αχιλλέα για την λευκόρροια, με τη Βίνκα ή το Γεράνιο για υπερβολικά έμμηνα και τη γύρη του Καλαμποκιού για τον προστάτη.
Το έγχυμα των ανθέων και των φύλλων του βοτάνου σε αποσταγμένο νερό είναι πολύ καλή λοσιόν για οφθαλμικές πλύσεις. Στην ομοιοπαθητική χρησιμοποιούν ένα βάμμα εναντίον του κατάρρου των αναπνευστικών οδών, της βρογχίτιδας και της δυσμηνόρροιας.

Παρασκευή και δοσολογία:
Το έγχυμα ή το αφέψημα παρασκευάζεται με 10 γραμμάρια ξηρά άνθη σε 1 κιλό νερό.
Το έγχυμα το αφήνουμε για 15 λεπτά, ενώ το αφέψημα το βράζουμε για 2 λεπτά και μετά το αφήνουμε για 15 λεπτά σκεπασμένο πριν το σουρώσουμε και το χρησιμοποιήσουμε.
Μπορούμε να πίνουμε δύο ποτήρια την ημέρα.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα