Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική του ονομασία είναι Linum usitatissimum (Λίνον το ωφελιμότατον). Κοινώς το αποκαλούμε λινάρι και ανήκει στην οικογένεια των Λινοειδών η οποία περιλαμβάνει 230 περίπου είδη στις εύκρατες περιοχές και τις περιοχές της Μεσογείου. Υπάρχουν πολλά είδη λίνου αλλά το βασικό είναι αυτό που αναφέρουμε.
Είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Λέγεται ότι η ποικιλία Linum bienne Miller (αγριολινάρι), καλλιεργήθηκε ήδη από την προϊστορική εποχή και αργότερα αντικαταστάθηκε από το Linum usitatissimum.
Στην Ελλάδα η καλλιέργεια του είναι σε μικρή έκταση και περιορίζεται στη Μεσσηνία. Το κλίμα δεν ευνοεί τη παραγωγή ίνας καλής ποιότητας και η καλλιέργεια γίνεται κυρίως για την παραγωγή λιναρόσπορου. Εκτός από το λινάρι στην χώρα μας υπάρχουν γύρω στα 15 είδη που είναι αυτοφυή και είναι κοινώς γνωστά σαν αγριολινάρια.
Το λινάρι είναι ετήσιο φυτό και οι κυριότερες ποικιλίες του είναι δύο. Αυτές που καλλιεργούνται για τις ίνες τους και λέγονται κλωστικές και αυτές που καλλιεργούνται για τα σπόρια τους από τα οποία βγαίνει ένα είδος λαδιού το λινέλαιο. Οι τελευταίες λέγονται ελαιοδοτικές ποικιλίες. Το ύψος του φυτού στις κλωστικές ποικιλίες φτάνει το 1,5 μέτρο, ενώ στις ελαιοδοτικές το ένα. Τα άνθη του έχουν 5 πέταλα και είναι χρώματος γαλάζιου ή μπλε, σπανιότερα λευκού ή απαλού ροζ. Τα φύλλα του είναι χωρίς μίσχο, λογχοειδή και πέφτουν όταν το φυτό ωριμάζει. Ο καρπός είναι κάψα και περιέχει 10 περίπου γυαλιστερά, ωοειδή σπόρια. Στο φλοιό του βλαστού υπάρχουν πολλές ίνες που τον σταθεροποιούν. Αυτές οι κλωστικές ίνες χρησιμοποιούνται στην κατασκευή νημάτων και υφασμάτων. Σε κάθε βλαστό υπάρχουν γύρω στις 40 δέσμες ινών και κάθε δέσμη έχει μήκος 25 έως 70 εκατοστά. Οι ίνες αποτελούνται από μεμονωμένα κυλινδρικά κύτταρα που συγκρατούνται μεταξύ τους από διάφορες κολλώδεις ουσίες.

Ιστορικά στοιχεία:
Όπως αναφέρεται η καταγωγή του φυτού είναι από την Ασία. Ήταν η μόνη φυτική ίνα - πλην του μεταξιού και του μαλλιού - που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι για την υφαντουργική.
Πόσο παλιά ο άνθρωπος χρησιμοποίησε το φυτό αυτό δεν μπορεί να πει κανείς με σιγουριά. Για πάρα πολλά χρόνια γνωρίζαμε ότι αρχαιολογικές έρευνες επιβεβαίωσαν την ύπαρξη σπόρων και λινών υφασμάτων στη Βαβυλώνα (7.000π.Χ) και σε πόλεις των Άλπεων (5.000 π.Χ.).
Φέτος όμως τον Σεπτέμβριο, ανακοινώθηκε ότι το Λινάρι χρησιμοποιούνταν από τους προϊστορικούς ανθρώπους πριν 34.000 χρόνια!
Την ανακοίνωση έκανε στις αρχές Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ εκπρόσωπος Αμερικανών και Γεωργιανών αρχαιολόγων και παλαιοβιολόγων οι οποίοι βρήκαν τα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια έρευνας σε σπηλιά στην Γεωργία.
Πρόκειται για τις πιο παλιές, επεξεργασμένες από τους προϊστορικούς ανθρώπους ίνες που έχουν βρεθεί.
Πρόκειται για άγριο λινάρι, μη καλλιεργημένο, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να φτιάξουν ύφασμα, κλωστές, ρούχα, σχοινιά και καλάθια, σύμφωνα με την ανακοίνωση των ερευνητών που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό περιοδικό Science. Στην Ελλάδα εισήχθη από την Κολχίδα, μετά την εποχή του Ηροδότου. Ήταν γνωστό ως κλωστικό φυτό με το όνομα λίνον. Οι φαρμακευτικές ιδιότητες των σπόρων του λιναριού ήταν γνωστές στους αρχαίους Έλληνες. Ο Ιπποκράτης, όπως και ο Θεόφραστος (5ος και 4ος αιώνας), τους συνιστούσε για φλεγμονές των βλεννογόνων. Ο Διοσκουρίδης (1ος αιώνας π.Χ) αναφέρεται στις μαλακτικές του ιδιότητες.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Οι σπόροι του βοτάνου περιέχουν βλεννώδεις ουσίες, πηκτίνη και λινέλαιο σε ποσοστό 30-40%, σάκχαρα, άμυλο, κερί, ρητίνη και πρωτεΐνες.
Το λινέλαιο περιέχει διάφορα οργανικά οξέα (cis-λινολεϊκό,α-λινολενικό οξύ, βιταμίνη F), ένα κυανογόνο γλυκοσίδιο (λινομαρίνη), ένζυμο (λινομαράση), βιταμίνες Α, Β, D, Ε, μεταλλικά στοιχεία και αμινοξέα

Άνθιση – συλλογή :
χρησιμοποιούμενα μέρη: Το φυτό ανθίζει Ιούνιο-Ιούλιο και συλλέγεται τον Σεπτέμβριο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται οι σπόροι του φυτού. Το λινάρι καλλιεργείται για τις κλωστικές ίνες του από τις οποίες κατασκευάζονται λινά νήματα και υφάσματα.
Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Δρα ως μαλακτικό, καταπραϋντικό, αντιβηχικό, αντισηπτικό, αντιφλεγμονώδες και καθαρτικό.
Οι ώριμοι σπόροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χαλαρωτικό αποχρεμπτικό, καθαρτικό και εκτεταμένα σε καταπλάσματα. Είναι επίσης καταπραϋντικό για την γαστρίτιδα και τον ερεθισμένο λαιμό.
Το έλαιο των σπόρων είναι ωφέλιμο για την παραγωγή των προσταγλαδινών που είναι ζωτικές για πολλές λειτουργίες του σώματος. Το λινέλαιο περιέχει λιπαρά οξέα που μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη της συσσώρευσης εναποθέσεων λίπους στους ιστούς. Το λινέλαιο χαλάει γρήγορα και για τον λόγο αυτό πρέπει να παρασκευάζουμε (με ψυχρή σύνθλιψη) φρέσκο κάθε φορά που το χρειαζόμαστε.
Στην ομοιοπαθητική χρησιμοποιείται το βάμμα του νωπού φυτού σε περιπτώσεις βρογχίτιδας, αμηνόρροιας και αιμορροΐδων. Όλο το φυτό χρησιμοποιείται ως ισχυρό καθάρσιο.
Παραδοσιακά το χρησιμοποιούσαν αντί των φύλλων της Σένα και είναι λαϊκό γιατρικό για τους ρευματισμούς και τα προβλήματα του συκωτιού. Αυτό κυρίως διότι η ισχυρή καθαρτική του δράση, βοηθά το σώμα να απαλλαγεί από τις τοξίνες.

Παρασκευή και δοσολογία:
Για την δυσκοιλιότητα τρώμε μία κουταλιά σπόρων και πίνουμε 1-2 ποτήρια νερό. Τα υγρά είναι σημαντικά για να δράσουν οι σπόροι. Ως έγχυμα το πίνουμε για τον βήχα και τον ερεθισμένο λαιμό. Μπορούμε να προσθέσουμε μέλι και χυμό λεμονιού.
Ως κατάπλασμα το χρησιμοποιούμε για τους πλευρικούς πόνους αλλά και σε δοθιήνες, αποστήματα και έλκη.

Προφυλάξεις:
Οι σπόροι περιέχουν ίχνη πρωσικού οξέος που είναι δυνατό να είναι τοξικό σε μεγάλες ποσότητες Δεν έχουν αναφερθεί ποτέ περιστατικά δηλητηρίασης από λιναρόσπορο, αλλά μην υπερβαίνετε τις προτεινόμενες δόσεις. Αυτό άλλωστε ισχύει για όλα τα βότανα.
«Το περίσσιο χαλάει το ίσιο» έλεγαν οι παλιοί και είχαν δίκιο βέβαια.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα