Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Melilotus officinalis (Μελίλωτος ο φαρμακευτικός).Ανήκει στην οικογένεια των Ψυχανθών. Φύεται σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρειο Ασία. Προτιμά τους υγρούς τόπους.
Στη χώρα μας συναντούμε εννέα είδη του και δύο παραλλαγές.
Ο Ινδικός, κοινώς νυχάκι ή τριφύλλι της πιτσιλιάς, ο Ιταλικός ο οποίος είναι πιθανότατα ο κάλλιστος του Διοσκουρίδη, ο Λευκός που λέγεται και άγριο τριφύλλι, ο Μεσσηνιακός που πιθανόν είναι ο ήμερος λωτός του Διοσκουρίδη και λέγεται κοινώς τριφύλλι, ο Φαρμακευτικός που ονομάζεται στη Ζάκυνθο νυχάκι, ο σπειρόμενος στα λιβάδια για κτηνοτροφή κ.α.
Είναι φυτό ποώδες μονοετές ή διετές, που φτάνει σε ύψος μέχρι τα 130 εκατοστά. Τα στελέχη είναι πολυκλαδισμένα, εύρωστα, όρθια και φέρουν φύλλα που χωρίζονται σε τρία φυλλάρια. Κάθε φυλλάριο έχει σχήμα οβάλ ή λογχοειδές και μήκος ένα έως δύο εκατοστά και είναι οδοντωτά. Η ταξιανθία του είναι ένα μακρύ όμορφο τσαμπί, με ζωηρό κίτρινο χρώμα, στις μασχάλες των φύλλων. Ο καρπός είναι λοβός, μικρός, λείος, ωοειδής και αμβλύς. Οι σπόροι του είναι ωοειδείς 1-2 μέσα στο λοβό.
Το όνομα του βοτάνου προέρχεται από τις λέξεις μέλι και λωτός και είναι ιδιαίτερα αρεστό στις μέλισσες.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Είναι αρωματικό φυτό. Περιέχει ένα γλυκοσίδιο, το μελιτωσίδιο, το οποίο όταν ξεραθεί παράγει κουμαρίνη η οποία δίνει στο φυτό την ευχάριστη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου σανού. Ο μισοστεγνωμένος ή ζυμωμένος μελίλωτος παράγει δικουμαρόλη με ισχυρές αντιπηκτικές ιδιότητες. Τα άνθη περιέχουν φλαβονικά γλουκονικά, αιθέρια έλαια, γλοιώδεις και ρετσινώδεις ουσίες, χολίνη και τανίνη.

Ιστορικά στοιχεία:
Το βότανο είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Το αναφέρει ο Νίκανδρος τον 2 π.Χ αιώνα. Το αναφέρουν επίσης ο Διοσκουρίδης και ο Πλίνιος. Χρησιμοποιούσαν από την αρχαιότητα τα αποξηραμένα φύλλα του φυτού ως αποτελεσματικό εντομοαπωθητικό. Ο Κούλπεπερ το 1615 σε γραπτά του αναφέριε ότι αν τοποθετηθεί υπό μορφή κομπρέσας, μαλακώνει όλα τα σκληρά αποστήματα και πρηξίματα στα μάτια και άλλα μέρη του σώματος. Στην αρχαία Ελλάδα τον χρησιμοποιούσαν υπό μορφή εμπλάστρων για την αποβολή τοξινών και την ελάττωση των πρηξιμάτων. Στη λαϊκή ιατρική της Γαλλίας το χρησιμοποιούσαν σαν αντιδιαρροϊκό, αντισπασμωδικό και οφθαλμολογικό μέσο. Στην Κίνα το χρησιμοποιούσαν ενάντια στην μηνιγγίτιδα και στη Βουλγαρία παράγουν από αυτό υποτασικά σκευάσματα. Εκτός από την φαρμακευτική του χρήση, το χρησιμοποιούσαν για να δώσουν άρωμα σε ορισμένα τυριά, μπύρα ή λικέρ, πράγμα που γίνεται ακόμη και σήμερα.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Το φυτό ανθίζει το καλοκαίρι και τα μέρη που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς είναι οι ανθισμένες του κορυφές. Τα άνθη του μαζεύονται από τον Ιούλιο έως το Σεπτέμβριο.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Ο μελίλωτος δρα ως μαλακτικό, αρωματικό, σπασμολυτικό, αντιθρομβωτικό και διουρητικό. Στην φαρμακευτική τον χρησιμοποιούν ως διορθωτικό γεύσης και αρωματικό.
Στη βοτανοθεραπεία χρησιμοποιείται εναντίον του βρογχικού κατάρρου και για το πλύσιμο των ματιών γιατί είναι στυπτικός και αντιφλογιστικός.
Είναι τονωτικό των φλεβών γιατί αυξάνει την αντοχή των αγγείων και βελτιώνει την κυκλοφορία του αίματος.
Συνίσταται σε κολικούς (πλύσεις) και ηπατικές παθήσεις.
Εξωτερικά χρησιμοποιείται ως κατάπλασμα σε πληγές, πρηξίματα και σπυριά (καλόγερους).

Παρασκευή και δοσολογία:
Για το έγχυμα (15 λεπτά) ή το αφέψημα του βοτάνου χρησιμοποιούμε 2-2,5 γραμμάρια για ένα φλιτζάνι νερό. Πίνουμε το πολύ 2 φλιτζάνια την ημέρα. Για εξωτερική χρήση χρησιμοποιούμε 10 γραμμάρια για 1 λίτρο νερό.

Προφυλάξεις:
Πρέπει κατά τη διάρκεια της θεραπείας να τηρούνται αυστηρά οι καθορισμένες δόσεις. Απαγορεύεται η χρήση του αν έχουμε πρόβλημα πήξης του αίματος ή αν παίρνουμε βαρφαρίνη ή άλλα φάρμακα που αραιώνουν το αίμα.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα