Η λατινική του ονομασία είναι Myristica fragrans Houtt. (Μυριστική η ευώδης). Είναι δέντρο, ιθαγενές των Μολούκων που καλλιεργείται στις τροπικές χώρες από το οποίο παίρνουν το μοσχοκάρυδο και το μασίς (παράσιτο πάνω στη φλούδα του μοσχοκάρυδου). Ο κορμός και τα φύλλα μοιάζουν με την καρυδιά. Βγάζει ένα καρύδι που μυρίζει όμορφα όπως ο μόσχος. Το καρύδι είναι κρυμμένο μέσα σε ένα καρπό που μοιάζει με μικρό ροδάκινο. Υπάρχουν περίπου 80 ποικιλίες του μπαχαρικού, αλλά οι ειδικοί εκτιμούν ότι το «θηλυκό» μοσχοκάρυδο είναι το καλύτερο.
Το Μοσχοκάρυδο ήρθε για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 1512 από πορτογάλους ναυτικούς που το προμηθεύτηκαν από τα νησιά Μπάντα. Τότε απόκτησε φήμη πανάκειας (το χρησιμοποιούσαν για 138 διαφορετικές ασθένειες) και το έτρωγαν πολύ ως τονωτικό. Οι παραισθησιογόνες ιδιότητες του μπαχαρικού ανακαλύφθηκαν σύντομα, μια και έφερνε σε παραληρηματική μέθη όσους κατανάλωναν μεγάλη ποσότητα απότομα. Αν κάποιος πάρει ποσότητα 7,5 γραμμαρίων ή περισσότερο μπορεί να εμφανίσει σπασμούς και ταχυπαλμία.
Ο Σίμπλει το 1821 έγραφε χαρακτηριστικά «…σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να επηρεάσει το κεφάλι και να εκδηλώσει ακόμη και υπνωτική δύναμη…». Χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα για να προκαλέσει αποβολές και θεωρήθηκε ότι θεράπευε την πανώλη. Στην Κίνα, ονομάζεται Rou dou kou και χρησιμοποιείται από τον 7ο αιώνα για στομαχικά προβλήματα.
Συγκεκριμένα οι κινέζοι το παίρνουν για να ζεστάνουν το στομάχι και να ρυθμίσουν τη ροή του Κι (ενέργεια). Χρησιμοποιείται επίσης στην κλασική διάρροια κατά την πρωινή έγερση που συνδέεται με αδυναμία του Κι.
Ο καρπός θυμίζει με το σχήμα του ένα μικρό αχλάδι, που όταν ωριμάσει ανοίγει και αφήνει να φανεί η κόκκινη σάρκα που περιβάλλει ένα γυμνό σπόρο, το μοσχοκάρυδο.
Οι δραστικές ουσίες που περιέχει το μπαχαρικό είναι 40% λιπίδια (βούτυρο μοσχοκάρυδου) και 10% ένα αιθέριο έλαιο που περιέχει αλκοόλες, σαφρόλη και ένα τοξικό βενζολικό παράγωγο, τη μυριστικίνη. Η σάρκα του καρπού είναι πλουσιότερη σε αιθέριο έλαιο, αλλά φτωχή σε βούτυρο.
Το βότανο δρα ως άφυσο, πεπτικό, τονωτικό, σπασμολυτικό, αντιεμετικό, διεγερτικό της όρεξης και αντιφλεγμονώδες. Τον καρπό τον χρησιμοποιούμε ως γιατρικό του πεπτικού για την ναυτία, τον έμετο, τη διάρροια, ιδίως αν οφείλεται σε τροφική δηλητηρίαση. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει θετική δράση του βοτάνου στη θεραπεία της νόσου του Crohn. Στη λαϊκή ιατρική χρησιμοποιούσαν το εξωτερικό περίβλημα του μοσχοκάρυδου για να κάνουν αλοιφή που έβαζαν σε προβλήματα ρευματισμών. Το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιείται για ρευματικούς πόνους και στην αντιμετώπιση του πονόδοντου.
Η σάρκα του καρπού που λανθασμένα ονομάζεται «άνθος μοσχοκάρυδου» είναι μπαχαρικό εξαιρετικής ποιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1200 μ.Χ. μισό κιλό μοσχοκάρυδο στοίχιζε όσο τρία πρόβατα.
Η χρήση του μπαχαρικού βέβαια στη μαγειρική είναι εκτεταμένη. Χρησιμοποιείται (συνήθως τριμμένο) για να καρύκευση διάφορα συνηθισμένα και γκρουμέ φαγητά όπως , το πατέ φασιανού, στην κρεατόπιτα, τα γεμιστά πιτσούνια, στη τυρόπιτα και αλλού. Η γεύση του είναι πικάντικη, αλλά όταν είναι φρεσκοτριμμένο είναι πολύ πιο δυνατό. Το μοσχοκάρυδο σε μικρές ποσότητες είναι κατάλληλο για κρεμώδεις σούπες, μπεσαμέλ, κρεατόσουπες, πουρέ, πατατοκεφτέδες, μηλόπιτες, καρυδόπιτες και τάρτες φρούτων. Δίνει επίσης ξεχωριστή λεπτή γεύση σε σάλτσες, ζωμούς, κρέατα, φαγητά με σπανάκι, στο κουνουπίδι, στα σαλιγκάρια, στις ομελέτες και σε γλυκά.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα