Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Nurium oleander (Νήριον η ροδοδάφνη) η οποία ανήκει στην οικογένεια των Αποκυνοειδών. Η ονομασία Νήριον –κατά μία άποψη- προέρχεται από τη λέξη νερό, επειδή βρίσκεται δίπλα σε ρυάκια. Είναι το μόνο είδος που ταξινομείται στο γένος Nurium.
Προέρχεται από την Κολχίδα, στα ανατολικά του Εύξεινου Πόντου. Αυτοφύεται σε κοίτες και σε όχθες χειμάρρων, ρυακιών και ποταμών.
Στη χώρα μας τη συναντούμε με τα ονόματα, Πικροδάφνη, Ροδοδάφνη, Αγριοδάφνη, Πικροφυλλάδα, Φυλλάδα, Σέμα, Μπαμτσίνα, Ροδόδεντρο Φροκαλίδα, Δαφνόμαζες, Δραφιά ή Σφάκα.
Είναι αειθαλής θάμνος γνωστός σε όλους μας, που το ύψος του κυμαίνεται από 2 έως 6 μέτρα και φύεται σε όλη την Ελλάδα. Τα φύλλα του φτάνουν σε μήκος τα 12 εκατοστά και σε πλάτος τα δύο. Φύονται ανά δύο ή τρία, γραμμοειδή ως λογχοειδή, οξύληκτα, σκουροπράσινα, γυαλιστερά από πάνω και θαμπά ανοιχτόχρωμα από κάτω.
Υπάρχουν πάνω από 400 ποικιλίες με διάφορα χρώματα όπως κόκκινο, πορφυρά, ροζ, πορτοκαλί, λευκό. Πολλές ποικιλίες έχουν διπλά άνθη.
Οι καρποί του φυτού θυμίζουν εκείνους του μπιζελιού, αλλά είναι πολύ μεγαλύτεροι σε σκούρο καφέ. Μέσα στα περικάρπια περιέχονται σπόροι εφοδιασμένοι με θυσανοειδή φτερά.

Ιστορικά στοιχεία:
Οι αρχαίοι έλληνες την ονόμαζαν νήριον ή νήρις. Ο Διοσκουρίδης την ονομάζει Ολέανδρουμ και οι Ρωμαίοι Ροδοδάφνη ή Πικροδάφνη. Οι πρώτοι Χριστιανοί την αποκαλούσαν λουλούδι του Αγίου Ιωσήφ. Οι δηλητηριώδεις ιδιότητες του φυτού ήταν γνωστές από παλιά. Οι Πέρσες υποχωρώντας στην προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου έβαζαν κλωνάρια του φυτού στις πηγές με πόσιμο νερό και δηλητηρίασαν έτσι πολλά άλογα των Ελλήνων. Αναφέρεται επίσης ότι μερικοί στρατιώτες που σούβλιζαν κρέας καίγοντας κλαδιά πικροδάφνης ασθένησαν σοβαρά και ήταν αδύνατο να συμμετάσχουν στη μάχη. Οι Ινδοί αποκαλούσαν το φυτό «φονιά των αλόγων» γιατί η γλυκιά γεύση των κλαδιών ξεγελούσε τα άλογα που τα έτρωγαν και πέθαιναν. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι τα φύλλα και τα άνθη του φυτού, έχουν φθαρτική δύναμη για τα περισσότερα τετράποδα, αλλά σωστική για τον άνθρωπο όταν τα πίνει με κρασί μαζί με απήγανο για τα δαγκώματα από τα θηρία.
Ο Πλίνιος αναφέρει ότι η πικροδάφνη παρά την τοξικότητα της σε συνδυασμό με απήγανο, είναι αποτελεσματικό αντίδοτο σε δάγκωμα φιδιού και συνιστούσε να τα πίνουν μέσα σε κρασί.
Παράγωγα πικροδάφνης έχουν χρησιμοποιηθεί για αιώνες σαν βότανα. Ιστορικές αναφορές δείχνουν ότι οι Μεσοποτάμιοι, τον 15ο αιώνα μ.Χ., πίστευαν στις επουλωτικές-θεραπευτικές ιδιότητες της πικροδάφνης. Οι Βαβυλώνιοι χρησιμοποιούσαν ένα μίγμα από πικροδάφνη και γλυκόριζα για ν' αντιμετωπίσουν τον πονοκέφαλο από κρασί. Οι Άραβες γιατροί χρησιμοποίησαν πρώτοι την πικροδάφνη σαν θεραπευτικό ενάντια στον καρκίνο τον 8ο αιώνα μ.Χ.
Η λαϊκή ιατρική χρησιμοποιούσε τα φύλλα του φυτού για τις λοιμώξεις του δέρματος, τη ψώρα, τη σύφιλη και τον έρπητα. Οι πρακτικοί γιατροί τα έδιναν και εσωτερικά για τις παθήσεις αυτές. Για τον σκοπό αυτό έβραζαν τα φύλλα μέσα σε λάδι ή κατασκεύαζαν αλοιφή από σκόνη φύλλων και ξύγκι και τη χρησιμοποιούσαν για εντριβές. Τη σκόνη των φύλλων τη θεωρούσαν ένα από τα καλύτερα πταρνικά.
Παλιά έφραζαν τις τρύπες των ποντικιών με τα φύλλα της πικροδάφνης. Τα ποντίκια για να βγουν έξω, τα έτρωγαν και ψοφούσαν. Στη Γαλλία χρησιμοποιούσαν τη σκόνη από τον φλοιό και το ξύλο σαν ποντικοφάρμακο. Μικρή ποσότητα από τη σκόνη στο στόμα και τον φάρυγγα προκαλεί αίσθημα μυρμηκιάσεως και μπορεί να προκαλέσει εμετό.
Οι κατσίκες τρώνε φύλλα σπάνια, αλλά το γάλα τους τότε γίνεται τόσο πικρό που δεν πίνεται.
Στην Κρήτη οι χωρικοί έπλεκαν με τις σφάκες ωραίες στενόμακρες κόφες για τη μεταφορά των σταφυλιών στα πατητήρια και των χοχλιών όταν επρόκειτο να τους μεταφέρουν εκτός Κρήτης. Χρησιμοποιούσαν τον χυλό της σφάκας για τη θεραπεία της ψωρίασης και για να θεραπεύουν τα πρόβατα όταν πάθαιναν κλαπάτσα (κλαπάτσα λεγόταν η διστομίαση που ήταν νόσος των προβάτων από παράσιτο διστόμου). Τα φύλλα της σφάκας βρασμένα με λάδι, καθαρό κερί, μασούρι, απύρι και νερό τα χρησιμοποιούσαν σε αλοιφή κατά του εκζέματος.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Ο φλοιός και τα φύλλα έχουν οσμή δυσάρεστη και γεύση πικρή και δριμεία.
Περιέχει κερί, μία λιπαρή πράσινη ύλη, χλωροφύλλη, τανίνη, σάκχαρο, λευκοματίνη, κελλολόζη, άλατα και μία κίτρινη ρητίνη ως κύριο συστατικό η οποία περιέχει πολλές τοξίνες. Είναι από τα πλέον δηλητηριώδη φυτά στον κόσμο και περιέχει πολυάριθμες τοξικές ουσίες, πολλές από τις οποίες είναι θανάσιμες για τους ανθρώπους και ιδιαίτερα για τα μικρά παιδιά.
Παρ’ όλα αυτά το συναντούμε συχνά στις αυλές των σχολείων.
Η τοξικότητά του θεωρείται αρκετά υψηλή και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου μικρή ποσότητα είχε θανατηφόρα αποτελέσματα ή κόντεψαν να προκαλέσουν θάνατο.
Η σημαντικότερες από τις τοξίνες που περιέχει είναι οι ολεαντρίνη και νεριίνη τα οποία είναι καρδιακά γλυκοσίδια. Βρίσκονται σε όλα τα μέρη του φυτού, αλλά περισσότερο συγκεντρώνονται στο χυμό του φυτού. Αν ο χυμός του φυτού έρθει σε επαφή με το δέρμα μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα.
Ο φλοιός του φυτού περιέχει ροσαγκενίνη που η δράση της είναι παραπλήσια με της στρυχνίνης. Όλο το φυτό είναι τοξικό και μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η πικροδάφνη κρατά τις τοξικές της ιδιότητες και μετά την αποξήρανση του φυτού.
Μία χούφτα φύλλα αν ληφθούν από ενήλικα μπορεί να προκαλέσουν δυσμενή συμπτώματα. Ένα και μόνο ενιαίο φύλλο θα μπορούσε να είναι θανατηφόρο για ένα νήπιο ή παιδί.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Ανθίζει από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα φύλλα τα οποία συλλέγονται κατά την περίοδο της ανθήσεως. Τα μεσημβρινά φύλλα του φυτού είναι δραστικότερα από αυτά που βλέπουν προς βορά.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Ο γαλακτώδης χυμός χρησιμοποιείται για τις λοιμώξεις του τριχωτού της κεφαλής και για καρδιακές παθήσεις. Όμως όπως αναφέραμε τα μέρη του φυτού που έχουν θεραπευτικές ιδιότητες είναι παράλληλα και τα πιο επικίνδυνα. Τα φύλλα της περιέχουν αλκαλοειδή στοιχεία και ορισμένους κρυστάλλους που δρουν όπως η δακτυλιδίνη.
Σήμερα, δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι η πικροδάφνη είναι αποτελεσματική στη αντιμετώπιση του καρκίνου ή οποιασδήποτε άλλης ασθένειας. Ωστόσο προάγεται όμως για χρήση. Προπαρασκευασμένη με ισχυρή αραίωση έχει λανσαριστεί για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης γκάμας καταστάσεων όπως κράμπες στους μύες, άσθμα, κάλους, εμμηνορροϊκούς πόνους, επιληψία, παράλυση, δερματικές παθήσεις, καρδιακά προβλήματα και καρκίνο.
Χρησιμοποιείται στην ομοιοπαθητική για τα καρδιακά προβλήματα.

Παρασκευή και δοσολογία:
Εξωτερικώς χρησιμοποιούνται τα φύλλα σε σκόνη, σε αφέψημα και σε εκχύλισμα Για εσωτερική χρήση χρειάζεται ιατροφαρμακευτική οδηγία.

Προφυλάξεις:
Όπως γίνεται κατανοητό από τα παραπάνω, η χρήση του βοτάνου αυτού πρέπει να αποφεύγεται γιατί ο φόβος δηλητηρίασης είναι μεγάλος.
Η δηλητηρίαση από πικροδάφνη προκαλεί γαστρεντερικά προβλήματα, όπως ναυτία, εμετό, σιελόρροια, κοιλιακό πόνο, διάρροια (με αίμα μερικές φορές) και καρδιακά προβλήματα όπως καρδιακή αρρυθμία (έντονες ταχυκαρδίες και βραδυκαρδίες). Παράλληλα δημιουργεί και προβλήματα στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπως υπνηλία, τρέμουλο η τίναγμα μυών, ξαφνική αδιαθεσία, κατάρρευση ακόμα και κώμα. Ο χυμός του φυτού μπορεί να προκαλέσει ερεθισμούς δέρματος, ερεθισμό ή φλεγμονή οφθαλμών, δερματίτιδα εξ επαφής.
Τα συμπτώματα εμφανίζονται άμεσα και οι πρώτες βοήθειες σε περίπτωση δηλητηρίασης από εσωτερική λήψη, περιλαμβάνουν πρόκληση εμετού και πλύση στομάχου προληπτικά για την μείωση των τοξικών ουσιών. Ο ξυλάνθρακας (κάρβουνο) μπορεί ακόμη να βοηθήσει στην απορρόφηση των τοξινών. Περαιτέρω ιατρική βοήθεια θα κριθεί από τη δριμύτητα της δηλητηρίασης και των συμπτωμάτων.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα