Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία της παπαρούνας είναι Papaver rhoeas (Μήκων η ροιάς). Ανήκει στην οικογένεια των Μηκωνοειδών.
Συγγενές φυτό είναι η Μήκων η Υπνοφόρος η οποία καλλιεργείται σε άλλες χώρες και δίνει το όπιο.
Η πλέον κοινή ονομασία είναι Παπαρούνα αλλά την συναντούμε και με τα ονόματα Κοκκινάδες (Πάρο), Κοτσονιά (Ρόδο), Κουτσουνάδες (Κρήτη), Πετεινός (Κύπρο), Πούλι (Σύρο), Λιλικούκι (Μεσόγεια), Μακουνίδα (Μάνη), Λαλέ. Υπάρχουν 100 είδη παπαρούνας, δέκα από τα οποία συναντούμε στη χώρα μας.
Είναι φυτό μονοετές, με βαθιά πασσαλώδη ρίζα, στέλεχος τριχωτό και περιέχει λευκό οπό (γάλα). Φτάνει σε ύψος ακόμη και τα 80 εκατοστά. Η εμφάνιση των φύλλων είναι διαφορετική. Τα πρώτα φύλλα είναι ολόκληρα, λογχοειδή με μίσχο και τριχωτά. Τα μεσαία φύλλα έχουν μίσχο, διαιρούνται σε λοβούς και έχουν περισσότερες τρίχες από τα κατώτερα. Τα ανώτερα φύλλα είναι πτερωτά.
Τα άνθη της βγαίνουν την άνοιξη από τις μασχάλες των φύλλων, πάνω σε μακριούς τριχωτούς ποδίσκους και στρέφονται προς τα κάτω πριν ανοίξουν. Όταν ανοίξουν ορθώνονται. Έχουν δύο τριχωτά σέπαλα, τέσσερα βαθυκόκκινα, αστραφτερά πέταλα με μαύρη τη βάση τους. Οι στήμονες είναι πολλοί, μικροί και μαύροι. Ο καρπός είναι κάψα με πολλούς σπόρους, εντυπωσιακά μικροσκοπικούς. Υπολογίζεται πως ένα γραμμάριο περιέχει πάνω από 4.900 σπόρους.
Βρίσκεται σε λόφους, σε καλλιεργημένα εδάφη της κατώτερης και μεσαίας ζώνης.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Τα φρέσκα άνθη αναδύουν την οσμή του οπίου. Έχουν γεύση λίγο υπόπικρη και γλισχραματώδη. Περιέχουν στυπτική ουσία, τανίνη, οξείδιο του σιδήρου, μαγγανίου, ρητίνη, γαλλικό, μηλικό, θειικό, και υδροχλωρικό οξύ, κερί, γόμμα, ινίνη και λίγη μορφίνη. Επίσης περιέχουν ροιαδικό και μηκονικό οξύ και ροιαδίνη (η οποία έχει ηρεμιστική δράση).
Ο οπός (γάλα) της περιέχει τέσσερα αλκαλοειδή, την ροιαδίνη, την ροιαγενίνη, την ροιαερυθρίνη Ι και την ροιαερυθρίνη ΙΙ. Οι σπόροι είναι πλούσιοι σε λινολεϊκά οξέα. Οι σπόροι δεν μυρίζουν, έχουν γεύση ίδια με τα καρύδια αλλά εντονότερη.

Ιστορικά στοιχεία:
Το φυτό ήταν γνωστό από την αρχαιότητα, όπως και η συγγενής της Μήκων η υπνοφόρος. Η Παπαρούνα συμβόλιζε τη Θεά Δήμητρα, ως παράσιτο των σιτηρών. Στις πομπές στα Ελευσίνια Μυστήρια τα αγάλματα της Θεάς ήταν στολισμένα με άνθη Παπαρούνας. Οι αρχαίοι Έλληνες ιερείς γνώριζαν καλά τις υπνωτικές και ναρκωτικές ιδιότητες του φυτού. Στις παραστάσεις οι γιοι του Άδη, ο Ύπνος και ο Θάνατος κρατούσαν στα χέρια τους παπαρούνες συμβολίζοντας με σαφήνεια τόσο τον ύπνο που μπορεί να προκαλέσει η κοινή παπαρούνα, μέχρι τον θάνατο που μπορεί να προκαλέσει η οπιούχος παπαρούνα.
Ο Όμηρος την αναφέρει στην Ιλιάδα «Και ως γέρνει δίπλα το κεφάλι της στον κήπο η Παπαρούνα και το κεφάλι του όμοια απόγειρε, βαρύ το κράνος δίπλα».
Με τους σπόρους του βοτάνου οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν τους «μακωνίδες άρτους». Τους τρυφερούς βλαστούς και τα φύλλα τα έτρωγαν σε σαλάτα μόνα τους ή ανακατεμένα με άλλα μυρωδικά χόρτα.
Ο Διοσκουρίδης την ονόμασε «Μήκων η ροιάς» γιατί έριχνε γρήγορα τα άνθη της. Η λέξη ροιάς προέρχεται από το ρήμα ρέω.Ο Θεόφραστος την αναφέρει ως ενοχλητικό ζιζάνιο των σιτηρών το οποίο όμως λαχανεύεται. Ο Πλίνιος την ονόμαζε Papaver eraticum και οι Ρωμαίες χρησιμοποιούσαν τον παπαρουνόσπορο στη μαγειρική τους. Οι Ασσύριοι την αποκαλούσαν «κόρη των αγρών».
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι την απεικόνιζαν στις τοιχογραφίες ως καλλωπιστικό φυτό, αλλά χρησιμοποιούσαν και τους αρωματικούς σπόρους της στην αρτοποιία.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Η Παπαρούνα ανθίζει από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα φύλλα, τα άνθη και οι κάψες τα οποία συλλέγονται όταν ολοκληρωθεί η άνθηση. Κάψες είναι οι σπερματοθήκες του φυτού που απομένουν μόλις πέσουν τα πέταλα του άνθους. Τα άνθη αποξηραίνονται αμέσως στη σκιά ή σε φούρνο με μέτρια θερμοκρασία, χωρίς να ζαρώσουν. Έπειτα τοποθετούνται σε βάζα και σε μέρη χωρίς υγρασία.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Η Παπαρούνα είναι καταπραϋντική, μαλακτική, κατευναστική, ελαφρά ναρκωτική και εφιδρωτική. Χρησιμοποιείται με επιτυχία σε ασθενείς που ο οργανισμός τους δεν ανέχεται το όπιο (είναι ασφαλής ακόμη και για παιδιά). Οι σπερματοθήκες του φυτού, έχουν τις ίδιες αρετές με το όπιο, αλλά είναι απαλλαγμένες από τους κινδύνους του. Το σιρόπι των ανθέων της χρησιμοποιούταν άλλοτε ως φαρμακευτικό. Σήμερα χρησιμοποιείται ως μαλακτικό και καταπραϋντικό του βήχα. Τα πέταλα του άνθους χρησιμοποιούνται κατά της βρογχίτιδας, ιδιαίτερα της οξείας και κατά των πνευμονικών κατάρρων, του κοκίτη και των εξανθηματικών πυρετών. Δρα θετικά σε εντερικούς κολικούς των παιδιών.

Παρασκευή και δοσολογία:
Τα άνθη παρασκευάζονται ως έγχυμα. Ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε ένα έως δύο κουταλάκια του τσαγιού ξερά άνθη και τα σκεπάζουμε για 10 λεπτά.
Σουρώνουμε και πίνουμε δύο με τρεις φορές την ημέρα.
Για να αντιμετωπίσουμε αναπνευστικά νοσήματα ή να κατευνάσουμε ασθματικές κρίσεις μπορούμε να βράσουμε για 10 λεπτά, 12 κάψες παπαρούνας, με μία χούφτα κριθαριού και λίγη γλυκόριζα σε 1,5 λίτρο νερό. Σουρώνουμε και πίνουμε δύο φορές την ημέρα.

Προφυλάξεις:
Η κοινή παπαρούνα (Papaver rhoeas) δεν παρουσιάζει κινδύνους στη χρήση της. Αντίθετα παρουσιάζει πολλούς κινδύνους η συγγενής της, Papaver somniferum L. – μήκων η υπνοφόρος- το αφιόνι με τα κροσσωτά, λευκά ή ρόδινα πέταλα, από την οποία παράγεται το όπιο και η ηρωίνη. Όλα τα μέρη της οπιούχου παπαρούνας, εκτός από τους ώριμους σπόρους, είναι επικίνδυνα. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η κατάχρηση του οπίου και των συστατικών του μπορούν να οδηγήσουν σε εξάρτηση (τοξικομανία).

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα