Βιότοπος – περιγραφή:

Η λατινική ονομασία του φυτού είναι Prunus amygdalus Β. ή Amygdalus communis L. (αμυγδαλή η κοινή). Ανήκει στην οικογένεια των Ροδοειδών. Είναι ιθαγενές της Μαυριτανίας και αυτοφυές στη Βόρειο Αφρική. Στην Ελλάδα καλλιεργείται εδώ και χιλιετίες. Υπάρχουν ποικιλίες αφράτων και σκληρών, γλυκών (Dulcis) και πικρών (Amara) αμυγδάλων.
Είναι μικρό δέντρο ή θάμνος που μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 3 έως 5 μέτρα. Έχει φύλλα στενά λογχοειδή με λεπτές οδοντώσεις. Τα άνθη είναι λευκά ή ρόδινα κατά ζεύγη πάνω στους βλαστούς του προηγούμενου έτους. Έχουν καρπό ωοειδή, επιμήκη, χνουδωτό με πράσινο-ασημί χρώμα. Κάθε καρπός περιέχει 1-2 σπέρματα.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Τα αμύγδαλα είναι ένας από τους πλέον θρεπτικούς καρπούς. Περιέχουν πρωτεΐνη 26%, λιπαρές ουσίες 60-70% και υδατάνθρακες 5-10%.
Τα γλυκά αμύγδαλα περιέχουν 54% έλαιο, 24% εμουλσίνη ή συναπτάζη (η οποία είναι λευκωματίνη διαλυτή), σάκχαρο 6%, κόμμι και κάποια παρεγχυματώδη ουσία. Τα πικρά αμύγδαλα περιέχουν έλαιο 54-55% (το οποίο λαμβάνεται με έκθλιψη και έχει χρώμα κίτρινο διαφανές και λεπτόρρευστο).
Τα πικρά αμύγδαλα περιέχουν 2 έως 4% αμυγδαλίνη, ένα γλυκοσίδιο το οποίο είναι τοξικό. Περιέχουν επίσης και συναπτάζη ή γαλακτωματίνη (εμουλσίνη). Από την αμοιβαία αντίδραση των δύο αυτών συστατικών παρουσία νερού, παράγεται υδροκυανικό οξύ και αιθέριο έλαιο πικρών αμυγδάλων που είναι βενζοϊκή αλδεύδη. Ταυτόχρονα σχηματίζεται και μυρμηκικό οξύ και σάκχαρο. Το καθαρό πικραμυγδαλέλαιο που λαμβάνεται από έκθλιψη, διατηρεί τις δηλητηριώδεις ιδιότητες του καρπού. Πενήντα έως εξήντα πικραμύγδαλα είναι αρκετά για να σκοτώσουν ένα ενήλικο άνθρωπο, ενώ 4 έως 6 από αυτά είναι ικανά να φέρουν τον θάνατο σε παιδιά. Σε περίπτωση δηλητηρίασης πρέπει να γίνει αμέσως πλύση στομάχου και ένεση ατροπίνης. Ως αντίδοτο λειτουργεί και η ζάχαρη.
Και τα γλυκά και τα πικρά αμύγδαλα περιέχουν κυτταρίνη, ασβέστιο, χλώριο, κοβάλτιο, σίδηρο, μαγνήσιο, φωσφόρο, κάλιο, νάτριο, θείο, κόμμι και είναι πλούσια σε βιταμίνη Ε.

Ιστορικά στοιχεία:

Η Αμυγδαλιά κατάγεται από τη Μεσοποταμία, από όπου μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και στη συνέχεια στην Ιταλία τον 3ο αιώνα π.Χ. κατά τους χρόνους του Κάτωνος. Σε αρχαία κείμενα το δέντρο αναφέρεται ως. αμυγδαλέα, αμυγδάλη, αμύγδαλος ο δέκαρπος.
Σε πολλά μέρη της ανατολής ήταν γνωστή με το όνομα Αθάσια, παραφθορά της θασίας αμυγδαλής.που τιμούσαν οι αρχαίοι. Οι Βυζαντινοί την ονόμαζαν Θάσια. Στη μεσαιωνική Ευρώπη προτιμούσαν τα αμύγδαλα φρέσκα και πράσινα για το «γάλα» τους, το οποίο ο κόσμος το χρησιμοποιούσε αντί για γάλα αγελάδας, για να ξεπεράσει τους περιορισμούς κατά τις περιόδους της Χριστιανικής νηστείας.
Ο Ιπποκράτης τα χρησιμοποιούσε και τα γλυκά και τα πικρά για θεραπευτικούς σκοπούς. Ο Διοσκουρίδης περιγράφει τον τρόπο παρασκευής του ελαίου και αναφέρει πως το χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο και για την παραγωγή μύρου. Ο Θεόφραστος κάνει λόγο για τη χρήση της ρητίνης του δέντρου στη φαρμακευτική. Ο Αθηναίος ονομάζει ως τα καλύτερα τα αμύγδαλα της Νάξου, ενώ ο Φρύνιχος τα συνιστούσε ως ωφέλιμα για τον βήχα. Ο Διοκλής ο Καρύστιος τα συνιστούσε ως ευκοίλια και θερμαντικά τρόφιμα.
Οι αρχαίοι γνώριζαν τη δηλητηριώδη δύναμη των πικρών αμυγδάλων και τα χρησιμοποιούσαν, όπως αναφέρει ο Διοσκουρίδης για να δηλητηριάζουν θανατηφόρα τις αλεπούδες.
Τα χρησιμοποιούσαν όμως και για θεραπευτικούς σκοπούς κατά της επίσχεσης των ούρων, της λευκόρροιας, των πλευρίτιδων και της πνευμονίας.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Ανθίζει από Ιανουάριο έως Μάρτιο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα άνθη, το περικάρπιο των αμυγδάλων, ο φλοιός και τα σπέρματα.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Τα γλυκά αμύγδαλα χρησιμοποιούνται ω τροφή και ως φάρμακο.
Είναι ωφελιμότατα για παιδιά και βρέφη υπό μορφή γάλατος αμυγδάλου, όταν δεν έχουν αρκετό μητρικό γάλα. Το γάλα των αμυγδάλων αυτών είναι επίσης καταπραϋντικό και δροσιστικό και χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις πυρετού, φλεγμονών των ουροφόρων οδών, γαστρεντερίτιδα, δερματικούς ερεθισμούς, οξείες καταρροϊκές παθήσεις και νευρικές διεγέρσεις. Τα γαλάκτωμα γίνεται ακόνη καλύτερο αν αντί για νερό χρησιμοποιήσουμε αφέψημα μαρουλιών.
Σε περιπτώσεις κατάρρου και φλογώσεων των αναπνευστικών οργάνων συνδυάζεται καλά με Αλθαία ή Μενεξέ. Σε περίπτωση οδυνηρού βήχα, συνδυάζεται καλά με Παπαρούνα.
Το γαλάκτωμα των γλυκών αμυγδάλων επίσης ανακουφίζει σε προβλήματα καρδιακής αρρυθμίας που οφείλονται σε ερεθιστικές καταστάσεις του νευρικού συστήματος.
Το αμυγδαλέλαιο είναι μαλακτικό και ελαφρά καθαρτικό. Συνίσταται στα παιδιά που υποφέρουν από κολικούς ή σκουλήκια εντέρων καθώς και σε εκείνα που υποφέρουν από σπασμούς ή σπασμωδικό βήχα. Βοηθά επίσης σε προβλήματα στραγγουρίας, σε νεφρικούς κωλικούς και νεφρόλιθους. Η χρήση του εξωτερικά βοηθά σε προβλήματα φλογώσεων, εγκαυμάτων πρώτου βαθμού και αποστημάτων.
Τα πικρά αμύγδαλα χρησιμοποιούνται εξωτερικά υπό μορφή καταπλάσματος σε ερεθισμούς δέρματος. Ο πολτός αραιωμένος με νερό δαφνοκέρασου σε κατάπλασμα, καταπραΰνει τους νευραλγικούς πόνους, γαστραλγίες, πόνους ήπατος, κολικούς νεφρών και λιθιάσεις.
Τα άνθη και το πράσινο περικάρπιο των αμυγδάλων διεγείρουν τη λειτουργία του στομάχου και καλμάρουν άσθμα και βήχα. Ο φλοιός είναι ανθελμινθικός, αντιπυρετικός και διουρητικός.

. Παρασκευή και δοσολογία:
Για να παρασκευάσουμε γαλάκτωμα με γλυκά αμύγδαλα κοπανίζουμε και πολτοποιούμε 20 γραμμάρια καθαρισμένα και ξεφλουδισμένα αμύγδαλα, μαζί με λίγο νερό και ζάχαρη. Όταν αυτό γίνει μία ομοιομερής πάστα προσθέτουμε 20 γραμμάρια σιρόπι ζάχαρης και το σουρώνουμε με τουλουπάνι.
Το σιρόπι (σουμάδα) των γλυκών αμυγδάλων γίνεται με το προαναφερόμενο γαλάκτωμα, στο οποίο προσθέτουμε ζάχαρη και πίνεται αραιωμένο με νερό.

Προφυλάξεις:
Πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί προκειμένου να χρησιμοποιήσουμε εσωτερικώς τα πικραμύγδαλα για θεραπευτικούς σκοπούς. Δεν πρέπει να λαμβάνουμε σε γαλάκτωμα ή σουμάδα περισσότερα από 2 έως 4 πικρά αμύγδαλα την ημέρα.
Αν φάμε πολλά γλυκά αμύγδαλα με τη φλούδα τους μπορεί να μας προκαλέσουν ναυτία, δυσπεψία, φαγούρα ή εξανθήματα. Μπορούμε όμως να τα πρώμε αποφλοιωμένα.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα