Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Scandix australis L. και το συναντούμε με τις ονομασίες μυρώνι, τσιλιμονιδιά, αρχάτζικος, σκανδίκια, σκαντσίκα, μυριαλίδα, κτενόχορτο της Αφροδίτης. Ανήκει στην οικογένεια των Σκιαδοφόρων. Είναι φυτό ποώδες, μονοετές,. Η ρίζα του είναι πασσαλώδης και όχι βαθιά. Έχει πολύ μικρά οδοντωτά φύλλα τα οποία βγαίνουν αντίθετα το ένα από το άλλο και αποτελούνται από 3-9 φυλλάρια πτεροειδή. Δηλαδή διαιρούνται σε βαθείς λοβούς. που φτάνουν σε μήκος τα οκτώ εκατοστά. Τα άνθη βγαίνουν την άνοιξη στην κορυφή ανθοφόρων βλαστών σε απλές, ομπρελοειδείς ταξιανθίες και είναι μικρά με πέντε πέταλα. Ο καρπός τους είναι ωοειδής, έχει μήκος από ένα έως τέσσερα εκατοστά, με ράμφος που έχει ίσο μήκος με το τμήμα που περιέχει τους σπόρους. Φτάνει σε ύψος τα 5 έως 10 εκατοστά. Στην Κρήτη υπάρχουν εκτός του australis ακόμη τρία είδη. Τα S. australis ssp. Brachycarpa, S. macrorhyncha και το S. pectin-veneris. Αυτό το τελευταίο είναι που συναντούμε συνήθως στο νησί μας και το αποκαλούμε μυρώνι.
Το μυρώνι, ήταν γνωστό στους αρχαίους Έλληνες. Ο Θεόφραστος το αναφέρει ως «Σκάνδικα», τον «κτένα της Αφροδίτης», λόγω του σχήματος που έχουν τα καρπίδια του φυτού (ομοιάζουν με χτένα).
Ο Διοσκουρίδης τον 1ο αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι το φυτό σκάνδιξ τρώγεται ωμό, αλλά και βραστό και βοηθά τις κενώσεις του εντέρου, κάνει καλό στο στομάχι και είναι διουρητικό. Συνιστούσε το αφέψημα του βοτάνου επειδή το θεωρούσε ωφέλιμο για το συκώτι, τα νεφρά και την ουροδόχο κύστη. Ο Πλίνιος στη Φυσική Ιστορία του αναφέρεται στις θεραπευτικές ιδιότητες του βοτάνου και υπογραμμίζει ότι είναι τονωτικό της σεξουαλικής ικανότητας, κυρίως σε ηλικιωμένους.
Σαν βότανο, το μυρώνι δρα ως διουρητικό, αποχρεμπτικό και καθαρτικό. Στη λαϊκή ιατρική το τσάι του θεωρείται διεγερτικό, αφροδισιακό και εμμηναγωγό. Πίνουμε τον ζωμό από το αφέψημα του φυτού, μία φορά την ημέρα.
Σημαντική βέβαια είναι και η χρήση του στην μαγειρική μια και δίνει ιδιαίτερη νοστιμιά στις πίτες, αλλά επίσης μαγειρεύεται με κρέας, ψάρι και όσπρια και χρησιμοποιείται σε σούπες, σαλάτες και ομελέτες. Σε μερικές περιοχές της χώρας μας και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο είναι ένα από τα πλέον συνηθισμένα λαχανικά. Τρώγεται βραστό και στις σαλάτες βάζουμε μικρή ποσότητα ως μυρωδικό. Η γεύση του ωμού είναι βέβαια πιο έντονη. Χαρακτηριστικό της έντονης μυρωδιάς τους είναι ότι στην Πελοπόννησο όπου υπάρχει εν αφθονία, οι βοσκοί αποφεύγουν να περάσουν τα πρόβατά τους από αγρούς που έχουν το βότανο , διότι μετά τα ζώα συμπεριφέρονται σαν μεθυσμένα!
Το βρίσκουμε στα χωράφια, λιβάδια και χέρσες περιοχές τον χειμώνα και την άνοιξη. Μπορούμε να το καλλιεργήσουμε σπέρνοντας επιφανειακά τους σπόρους το φθινόπωρο. Το μαζεύουμε όταν ακόμη τα φύλλα του είναι μικρά και τρυφερά. Αν θέλουμε σπόρο, μπορούμε να αφήσουμε μερικά από τα πλέον εύρωστα φυτά να ανθίσουν και να καρποφορήσουν. Ο σπόρος αυτών των φυτών θα μας δώσει δυνατά και ανθεκτικά φυτά την ερχόμενη χρονιά. Βέβαια η νοστιμιά του άγριου βοτάνου με το καλλιεργημένο έχει σημαντικές διαφορές. Το μυρώνι πρέπει να ξέρουμε τέλος ότι είναι πολύ ευαίσθητο και διατηρείται στο ψυγείο μόνο μια-δυο μέρες. Αποξηραίνεται όμως εύκολα, αλλά τότε χρειάζεται διπλάσια ποσότητα για να αποδώσει αρωματικά.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα