Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Scrophularia nodosa (Χοιράδια η οζώδης) και ανήκει στην οικογένεια των Χοιραδιοειδών η οποία περιλαμβάνει 200 και πλέον είδη. Στη χώρα μας συναντούμε 13 περίπου είδη του φυτού και τα κυριότερα είναι το Κύνειον, το Νεέσιον, το Ξενικόν (κοινώς Βρωμουσάκι ή Βρωμόχορτο και κατά τον Διοσκουρίδη Γαλίοψις).
Πολύ κοινή στη χώρα μας είναι η Scrophularia peregrine με τις ονομασίες Χοιράδιο, Βρωμόχορτο ή Βρωμουσάκι.
Σε κάποιες περιοχές το αποκαλούν και Σκορπιδόχορτο, αλλά αυτή η ονομασία βασικά χρησιμοποιείται για άλλο φυτό το Ασπλένιον (Ceterah officinarum).
Φύεται σε Δυτική Ασία, Βόρειο Αμερική και Ευρώπη. Στην Ελλάδα το συναντούμε σε υγρά μέρη. Είναι φυτό πολυετές και γυαλιστερό σε όλα του τα μέρη. Το ύψος του κυμαίνεται από 80 έως 120 εκατοστά. Έχει στελέχη ανορθωμένα, τετραγωνοειδή, που φέρουν φύλλα αντίθετα, με μίσχο, ελλιπή στη βάση του, τριγωνικά και σουβλερά στην κορυφή. Άνθη κατά στάχεις. Στεφάνη με το πίσω χείλος ίσιο και το μπροστά ευρύ. Έχει τέσσερις στήμονες δίδυμους. Το φυτό πάνω από το έδαφος ξεραίνεται τον χειμώνα και την άνοιξη αναπτύσσεται και πάλι. Το καλοκαίρι τα άνθη του φυτού είναι γεμάτα με μέλισσες και σφήκες οι οποίες εκτιμούν πολύ το νέκταρ που περιέχουν.

Ιστορικά στοιχεία:
Είναι βότανο που έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και εκατονταετίες. Σε Ανατολή και Δύση χρησιμοποιούσαν τα αέρια μέρη και την ρίζα του φυτού σαν καθαρτικό και απολυμαντικό.
Η ονομασία Χοιράδιο είναι παλιά και οφείλεται στο γεγονός ότι χρησιμοποιούσαν το βότανο για τη θεραπεία αποστημάτων ή πληγών με πυόρροια και της χοιράδωσης (χοιράδωση είναι φυματίωση των λεμφαδένων του λαιμού και η λατινική της ονομασία είναι scrofula). Για τον λόγο αυτό ο Κούλπεπερ (1653) το ονόμαζε «βότανο του λαιμού» και έγραφε για αυτό «…απομακρύνει όλες τις κοκκινίλες, τα στίγματα και τις φακίδες του προσώπου, καθώς και την πιτυρίδα και όλες τις ρυπαρές παραμορφώσεις στο κεφάλι…»
Στην Κίνα η κύρια ποικιλία του φυτού που φύεται εκεί ονομάζεται Xuan Shen (Scrofularia ningpoensis) και το χρησιμοποιούν ως κύρια θεραπεία για τα «πέντε δηλητήρια» και πυώδεις φλεγμονές.
Στη λαϊκή ιατρική χρησιμοποιούσαν το βραστάρι του βοτάνου κατά της κακοχυμίας. Τοποθετούσαν καταπλάσματα από τεμαχισμένα φύλλα πάνω σε χελώνια. Έφτιαχναν για τον λόγο αυτό και μια αλοιφή με ίσες ποσότητες από νωπό βούτυρο και ρίζα σε σκόνη. Την ίδια αλοιφή έβαζαν για να κατευνάσουν τον πόσο σε έρπη και φαγούρα καθώς και σε ερεθισμένες αιμορροΐδες. Τον χυμό του φυτού τον χρησιμοποιούσαν κατά των πληγών από τουφέκι.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Είναι βότανο πικρό, ψυχρό και ξηραντικό. Μετά την αποξήρανση η πικράδα του δεν είναι πλέον έντονη. Περιέχει σαπωνίνες (διοσμίνη και εσπεριδίνη), καρδιενεργά γλυκοσίδια, φλαβονοειδή, ρητίνη, σάκχαρο, οργανικά οξέα. Η κινέζικη ποικιλία περιέχει σαπωνίνες (διοσμίνη και εσπεριδίνη), φυτοστερόλες, λιπαρά οξέα, ασπαραγίνη.

Άνθιση – χρησιμοποιούμενα μέρη - συλλογή:
Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται οι κορυφές του φυτού, τα φύλλα και η ρίζα.
Οι μίσχοι και τα φύλλα συλλέγονται κατά την διάρκεια της ανθοφορίας, από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο. Τα φύλλα είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται νωπά. Μετά την αποξήρανση χάνουν λίγο από τις θεραπευτικές τους ιδιότητες.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Δρα ως εξομαλυντικό, διουρητικό, ήπιο καθαρτικό και διεγερτικό της καρδιάς. Χρησιμοποιείται κυρίως στη θεραπεία δερματικών προβλημάτων.
Βοηθά στην απομάκρυνση των τοξινών από το σώμα βοηθώντας έτσι στην καλύτερη λειτουργία του οργανισμού.
Μπορεί να βοηθήσει σε έκζεμα, ψωρίαση και οποιαδήποτε άλλη δερματική κατάσταση που συνδέεται με ερεθισμό και κνησμό. Ένα μέρος της καθαριστικής της δράσης οφείλεται στις υπακτικές και διουρητικές ιδιότητες της. Χρησιμοποιείται σαν ήπιο υπακτικό για τη δυσκοιλιότητα. Συνδυάζεται καλά με Αγριολάπαθο και ρίζα Άρκτιου για τη θεραπεία δερματικών προβλημάτων. Σε κομπρέσες το βότανο το χρησιμοποιούμε σε επώδυνα πρηξίματα, πληγές και έλκη. Σε πλύσεις το έγχυμα του βοτάνου χρησιμοποιείται για έκζεμα και μυκητιακές λοιμώξεις.
Η κινέζικη ποικιλία δρα ως τονωτικό, δροσιστικό, αντιφλεγμονώδες, αντιβακτηριακό, καρδιοτονωτικό, αντιυπερτασικό και κατασταλτικό. Χαλαρώνει την καρδιά, με μείωση της πίεσης και ήπια καταστολή.
Στην ομοιοπαθητική συνιστούν το βάμμα του φυτού σε περιπτώσεις οφθαλμικών παθήσεων, μαστίτιδα και αιμορροΐδες.

Παρασκευή και δοσολογία:
Παρασκευάζεται σαν έγχυμα. Ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε 1-3 κουταλάκια ξηρού βοτάνου, το σκεπάζουμε και το αφήνουμε για 10-15 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε τρεις φορές την ημέρα.
Υπό μορφή βάμματος μπορούμε να πάρουμε 2-4 ml τρεις φορές την ημέρα. Το βάμμα το παίρνουμε σε συνδυασμό με πεπτικά βότανα όπως πικραλίδα, λουτσιά ή ρίζα ραβέντι για την δυσκοιλιότητα και τη βραδεία πέψη ή με βότανα όπως λάπαθο, κοκκορέλι ή κολλιτσίδα για δερματικά προβλήματα.

Προφυλάξεις:
Διεγείρει την καρδιά και πρέπει να αποφεύγουμε τη χρήση του βοτάνου όταν υπάρχει ταχυκαρδία. Δεν πρέπει να υπερβαίνουμε τη συνιστώμενη δοσολογία γιατί είναι ισχυρό βότανο και δρα ως δηλητήριο.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα