Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Armoracia rusticana (Αρμοράκια η αγροτική) Είναι συνώνυμο με το Cochlearia armoracia, και ανήκει στην οικογένεια των Σταυρανθών. Είναι ιθαγενές φυτό στην νοτιοανατολική Ευρώπη και την δυτική Ασία. Το συναντούμε με τα ονόματα κράνο, κρένο, χρένο, κράνος.
Φτάνει σε ύψος το 1,5 μέτρο και σήμερα καλλιεργείται για την ρίζα του η οποία εκτός των θεραπευτικών ιδιοτήτων χρησιμοποιείται και στη μαγειρική, μια και η φρέσκια ρίζα τρώγεται ως λαχανικό και από αυτή βγαίνει η σάλτσα για κρέας με το όνομα Horseradish. Βότανο γνωστό από την αρχαιότητα. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία το μαντείο των Δελφών είχε πει ότι το βότανο άξιζε το βάρος του σε χρυσό. Στην Αίγυπτο ήταν γνωστό από το 1500π.Χ. Ο Πλίνιος το αναφέρει με το όνομα αρμοράκια και του απέδιδε τις ίδιες ιδιότητες με το άγριο ραπάνι.
Για τις θεραπευτικές του ιδιότητες χρησιμοποιείται η ρίζα και τα φύλλα. Το αιθέριο έλαιο που περιέχει το φυτό περιέχει γλυκοσίδια του σιναπέλαιου, σινιγρίνη.
Δρα ως διεγερτικό, άφυσο, φλογιστικό, ήπιο υπακτικό και διουρητικό. Από την εποχή του Μεσαίωνα ήταν οικιακό ίαμα που χρησιμοποιούσαν όταν χρειαζόταν ένα διεγερτικό βότανο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη γρίπη και τον πυρετό, ως ισοδύναμο του καγιέν. Διεγείρει την πεπτική λειτουργία, απελευθερώνοντας τα αέρια και ανακουφίζοντας τους κοιλιακούς πόνους. Έχει χρησιμοποιηθεί και σε περιπτώσεις ουρολοίμωξης. Εξωτερικά έχει παρόμοια δράση με αυτή του σιναπόσπορου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατάπλασμα για τους ρευματισμούς και τη βρογχίτιδα.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα