Βιότοπος – περιγραφή:

Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Artemisia absinthum (Αρτεμισία το Αψίνθιο) και ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων. Στη χώρα μας στο βρίσκουμε σε Ήπειρο, Άγραφα, Κεφαλονιά Κρήτη και αλλού με διάφορα ονόματα όπως αψιθιά, αγριαψιθιά, απιστιά, πέλινο, αβροβότανο κ.α.
Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν περίπου 300 είδη Αψιθιάς.
Είναι πολυετές, σπάνιο, φρυγανώδες φυτό, αυτοφυές σε άγονους και βραχώδεις τόπους.Φτάνει σε ύψος τα 50-120 εκατοστά και έχει φύλλα φτερωτά αποτελούμενα από λογχοειδή τμήματα. Η κάτω επιφάνεια των φύλλων είναι πρασινωπή και η πάνω λευκό-μεταξωτή και όλο το φυτό καλύπτεται από αργυρόχρωμο χνούδι που σου δίνει την εντύπωση ασημί. Τα άνθη είναι μικρά, σφαιρικά , κιτρινοπράσινα και εμφανίζονται στην αρχή του καλοκαιριού μέχρι το φθινόπωρο.

Ιστορικά στοιχεία:
Το όνομα του βοτάνου προέρχεται από την Θεά του κυνηγιού και προστάτη των γυναικών Άρτεμη. Το φυτό καλλιεργείται από τα βιβλικά χρόνια, για την αντιμετώπιση των επιδημιών και σαν έντομο-απωθητικό. Η πικράδα της αντιπροσωπεύει μεταφορικά την αμαρτία στην βίβλο.
Στο βιβλίο του «Περί ύλης ιατρικής» ο Διοσκουρίδης γράφει για την Αψιθιά «…όταν ανακατεύεις το μελάνι με έγχυμα αψιθιάς τα ποντίκια δεν αγγίζουν τους πάπυρους». Ο Διοσκουρίδης προτιμούσε το φυόμενο βότανο στον Πόντο, στην Καππαδοκία και το όρος Ταύρος. Το συνιστούσε σαν θερμαντικό, στυπτικό, εύπεπτο και κατευναστικό των πόνων του στομάχου. Συνιστούσε να το πίνουν με σέσελι ή με νάρδο την Κελτική, κατά της ανορεξίας και του ίκτερου σε έγχυμα και σε δόση δύο φλιτζανιών. Ο Αέτιος συμφωνούσε με τον Διοσκουρίδη και την συνιστούσε επίσης κατά των πνευμονικών παθήσεων.
Την χρησιμοποιούσαν από τα χρόνια του Ιπποκράτη. Θεωρούσαν ότι δυναμώνει την μνήμη και την λογική, βοηθά στους πόνους στους μυς, αρθρώσεις και συνδετικούς ιστούς, δυναμώνει την όραση, βαθαίνει τον ύπνο. Εξ αιτίας της τελευταίας ιδιότητας στα χωριά γέμιζαν τα μαξιλάρια με Αψιθιά. Σε περιόδους επιδημιών χολέρας και πανώλης κρέμαγαν το φυτό στις κατοικίες και κάπνιζαν τους χώρους καίγοντας βλαστούς Αψιθιάς.
Το αποσταγμένο έλαιο της Αψιθιάς ήταν βασικό συστατικό ενός ποτού που το ονόμαζαν Αψέντι. Η κατανάλωση αυτού του ποτού τον 19ο αιώνα ήταν ένα σοβαρότατο κοινωνικό πρόβλημα αντίστοιχο με το σημερινό των ναρκωτικών. Η χρήση του αιθέριου ελαίου της Αψιθιάς σαν αρωματικού καταργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ανακαλύφθηκε ότι το συστατικό Θουγιόνη που περιέχει σε υπερβολικές δόσεις προκαλεί βλάβη στο νευρικό σύστημα και παραισθήσεις. Παρ’ όλα αυτά χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα σαν συστατικό διάφορων λικέρ στην Ιταλία και Ισπανία καθώς και στο Γερμανικό βερμούτ. Σαν λαϊκό φάρμακο είχε μεγάλη φήμη ως τονωτικό, εναντίον της φυματικής πνευμονοπάθειας, της αναιμίας και της αρθρίτιδας και ως εκτρωτικό.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Η Αψιθιά είναι υπερβολικά πικρή, έντονα αρωματική, ξηραντική και αρκετά ψυχρή. Είναι πλούσια σε αιθέρια έλαια (αψινθόλη, θουγίονη, ισοβαλερικό οξύ), πικρά τερπένια, φλαβονοειδή γλυκοσίδια. τανίνες, πυρίτιο, αντιβιοτικό, πολυακετυλένια, ινουλίνη και υδροξυκουμαρίνες.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Ανθίζει από Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα φύλλα και οι ανθοφόρες κορυφές του φυτού τα οποία συλλέγουμε στο τέλος της περιόδου ανθοφορίας.
Η φαρμακοβιομηχανία απομονώνει από το φυτό την λακτόνη τουμερισίν, η οποία χρησιμοποιείται στις φλεγμονές των πνευμόνων, βρογχικό άσθμα και για την αντιμετώπιση της δύσπνοιας στους καρδιακούς.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Το βότανο δρα ως πικρό τονωτικό, άφυσο, ανθελμινθικό, αντιφλεγμονώδες, αντισηπτικό, αντιπυρετικό, παυσίπονο. Μέσω των πικρών και πτητικών ουσιών που περιέχει το βότανο χρησιμοποιείται σαν χόρτο που αυξάνει τη ροή του στομαχικού υγρού βελτιώνοντας έτσι την όρεξη καθώς και τη λειτουργία του συκωτιού.
Παραδοσιακά η Αψιθιά χρησιμοποιούνταν για ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων και οι περισσότερες χρήσεις της έχουν επαληθευθεί μέσα από την ανάλυση των συστατικών που περιέχει.
Δρα ως τονωτικό για το συκώτι το πεπτικό σύστημα και τα νεύρα.
Διεγείρει τη μήτρα και αποβάλλει τα σκουλήκια των εντέρων.
Το τσάι Αψιθιάς αυξάνει την όρεξη, βελτιώνει την πέψη, βοηθά στην καούρα και στην γαστρίτιδα με μειωμένη οξύτητα, σαν ήπιο καθαρτικό.
Είναι ωφέλιμο σε μερική ανεπάρκεια του συκωτιού και το χρησιμοποιούν για τον διαβήτη.
Βοηθά σε γυναικολογικά προβλήματα, μητρορραγίες και λευκόρροια. Είναι καλό αντιπυρετικό και αποχρεμπτικό σε περιπτώσεις κρυολογημάτων, δύσπνοιας, φλεγμονών των άνω αναπνευστικών οδών και στο βήχα.
Σε περιπτώσεις επιληψίας και σπασμών χρησιμοποιείται σκόνη από τις θρυμματισμένες ρίζες της Αψιθιάς, από 1- 3 κουταλάκια του καφέ την ημέρα, μόνη της ή με λίγη ζάχαρη.
Συνιστάται για την αποβολή των πετρών από το ουρικό σύστημα και ενάντια στα οιδήματα.
Υπό μορφή αφεψήματος (μπορεί και σε ρυζόνερο) χρησιμοποιείται στις ασθένειες του συκωτιού, σαν χολαγωγό, στην χρυσή και στις δηλητηριάσεις (ειδικά με μανιτάρια).
Αφέψημα και έγχυμα της Αψιθιάς χρησιμοποιείται επίσης στα επώδυνα έμμηνα, διαταραχές των έμμηνων, στον αλκοολισμό, ελονοσία.

Παρασκευή και δοσολογία:
Για να παρασκευάσουμε την Αψιθιά ως έγχυμα ρίχνουμε σε 1-2 κουταλάκια του γλυκού ξηρό βότανο ένα φλιτζάνι βραστό νερό και το αφήνουμε 10 -15 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε έως τρεις φορές την ημέρα. Το έγχυμα είναι πικρό και αν χρειάζεται προσθέστε μέλι.
Υπό μορφή βάμματος δεν πρέπει να υπερβαίνουμε τα 3 γραμμάρια την ημέρα. Εξωτερικά χρησιμοποιείται σε κομπρέσες (για μώλωπες και δαγκώματα) και πλύσεις (ψώρα).

Προφυλάξεις:
Πρέπει να παίρνεται σε μικρές δόσεις και για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Παρατεταμένη χρήση και υπερβολικές δόσεις της Αψιθιάς μπορεί να προκαλέσουν διαταραχές του νευρικού συστήματος. Η Αψιθιά σε υπερβολικές δόσεις είναι δηλητηριώδης και μπορεί να βλάψει τον εγκέφαλο και να προκαλέσει σπασμούς. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από τις έγκυες γυναίκες, κατά τη διάρκεια του θηλασμού και μικρά παιδιά. Η διάρκεια της θεραπείας με Αψιθιά δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 2 βδομάδες.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα