Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Arum maculatum L. (Άρον το στικτόν). Ανήκει στην οικογένεια των Αροειδών η οποία περιλαμβάνει 750 περίπου είδη. Τα 12 από αυτά βρίσκονται στις παραμεσόγειες χώρες. Τα υπόλοιπα φύονται στις τροπικές χώρες. Το συναντούμε με τις ονομασίες δρακοντιά, δρακόντι ή φιδόχορτο. Στην Κρήτη αυτοφύονται 6 είδη δρακοντιάς.
Πρόκειται για τα Arum nickelii (ή A. italicum το οποίο συναντούμε με τις ονομασίες δρακοντιά, φιδόχορτο, κυκολοθιά, βουρβός, Άρον το ιταλικόν και το οποίο έχει παρόμοιες θεραπευτικές ιδιότητες με το Arum maculatum L.), A. alpinum, A. creticum, A. cyrenaicum, A. idaeum και A. purpureospathum.
Φύεται σε φράκτες, στις άκρες αγροτικών δρόμων, σε υγρούς τόπους, σε αραιά δάση, χαράδρες, σε βαθιά και καλά αεριζόμενα εδάφη. Είναι πόα πολυετής, με φύλλα μεγάλα και έμμισχα, λογχοειδή, βαθυπράσινα, αμβλέα, στιλπνά και έχουν συχνά πορφυρές ή μαύρες κηλίδες. Τα φύλλα εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη και το μήκος τους κυμαίνεται από 18 έως 40 εκατοστά. Τα άνθη του είναι χαρακτηριστική ταξιανθία που αποτελείται από σπάδικα (κορύνη), ο οποίος περιβάλλεται από μεγάλο βράκτειο φύλλο, ωχροπράσινο, που ονομάζεται σπάθη το μήκος της οποία κυμαίνεται από 18 έως 40 εκατοστά και η οποία περιβάλλει τη βάση του σπάδικα. Οι καρποί του είναι δηλητηριώδεις ράγες σε χρώμα κόκκινο-πορτοκαλί. Η ρίζα του είναι κονδυλώδης.

Ιστορικά στοιχεία:
Τα είδη της δρακοντιάς ήταν γνωστά στους γιατρούς της αρχαιότητας. Περισσότερο από όλα ο Διοσκουρίδης προτιμούσε το «άρον το δρακόντιον» και συνιστούσε τη ρίζα του, που να είχε συλλεχθεί σε τέλεια ωρίμανση, αποξηραμένη στον ίσκιο και κοπανισμένη, εις τους «ορθίους δυσπνοούντας» (ασθματικούς). Συνιστούσε επίσης τη χρήση του κατά των σπασμών, το βήχα και του κατάρρου. Συνιστούσε επίσης τη σκόνη της ρίζα διαλυμένη σε νερό ως αφροδισιακό και ζυμωμένη με μέλι σαν καθαριστική των κακοηθών και φαγαινεδικών (διαβρωτικών) ελκών. Πρότεινε επίσης τη χρήση της ανακατεμένη με «λευκή άμπελο» (κουρμπένι), εναντίον του πολύποδα και των καρκινωμάτων, καθώς και για τα δαγκώματα της οχιάς. Τη δρακοντιά την αναφέρει και ο Θεόφραστος στην Ιστορία των Φυτών και ο Γαληνός στο βιβλίο του Περί τροφών. Την αναφέρουν επίσης σε κείμενά τους ο Ιπποκράτης, ο Αέτιος και ο Γαληνός. Οι αρχαίοι Έλληνες γιατροί το συνιστούσαν επίσης κατά του ασκίτου και κατά της υποχονδριακής μελαγχολίας. Η θεραπευτική αξία του φυτού συνέχισε να βρίσκεται υψηλά στην εκτίμηση των θεραπευτών μέχρι τον 18ο αιώνα και αναφέρεται σε όλες τις Φαρμακολογίες και τα Χορτολόγια. Οι γυναίκες των χωριών της βόρεια Ιταλίας και Γαλλίας, μάζευαν τις ρίζες και τα κοτσάνια του φυτού που βρισκόταν ακόμη σε άνθηση και τα έκοβαν σε μικρά κομμάτια. Τα μούσκευαν μέσα σε νερό για τρεις εβδομάδες και στη συνέχεια τα πολτοποιούσαν και τον πολτό τον χρησιμοποιούσαν για τη λεύκανση των ασπρόρουχων αντί για σαπούνι. Οι γυναίκες ακόμη από τον 17ο αιώνα παρασκεύαζαν από τις ρίζες της δρακοντιάς ένα νερό (απόσταγμα) που χρησιμοποιούσαν σαν καλλυντικό του προσώπου και σαν ανανεωτικό του γερασμένου δέρματος.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Η δρακοντιά αμέσως μετά τη συλλογή της είναι δηκτική και καυστική (ρίζα και φύλλα). Η ρίζα περιέχει νερό, λευκωματίνη, φυτικό οξύ, λιπαρό έλαιο 0.6%, σακχαρώδες εκχύλισμα 4,4%, γόμμα 5,6%, γλισχραματώδη ουσία 18%, άμυλο σε υγρή κατάσταση 71,4%. Αν την καβουρδίσουμε κατ’ επανάληψη χάνει το μεγαλύτερο μέρος από την καυστικότητα της. Έτσι μπορεί κανείς να πάρει από αυτήν άμυλο λευκότατο και θρεπτικότατο για να κάνει ψωμί πολύ καλό. Στις Βαλεαρίδες νήσους , ακόμη και σήμερα φτιάχνουν ψωμί από τη ρίζα της δρακοντιάς ανακατωμένη με ρίζα ασφόδελου. Ολόκληρο το φυτό παράγει ένα αιθέριο έλαιο που περιέχει μία δριμεία ουσία, την αροίνη, η οποία είναι χημικώς ασταθής και δηλητηριώδης. Το δηλητήριο όμως αυτό καταστρέφεται με τον βρασμό.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται η ρίζα και τα φύλλα του φυτού. Τα φύλλα συλλέγονται πριν το φυτό καρποφορήσει Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Τα ριζώματα συλλέγονται την άνοιξη ή το φθινόπωρο και χρησιμοποιούνται άμεσα ή το πολύ ένα χρόνο μετά τη συλλογή τους. Παλιές ρίζες δεν είναι δραστικές, γιατί το κύριο συστατικό που περιέχουν καταστρέφεται με την πάροδο του χρόνου.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Το βότανο δρα ως αντιρρευματικό, αποχρεμπτικό και καθαρτικό. Η ρίζα και τα φύλλα του είναι στυπτικά. Η ρίζα σε μορφή σκόνης σε συνδυασμό με ρίγανη ή φασκόμηλο είναι αποτελεσματική σε προβλήματα αρθρίτιδας και χρησιμοποιείται για την αϋπνία, τον βήχα και ως καθαρτικό.
Χρησιμοποιείται επίσης στην ομοιοπαθητική. Το βάμμα της κονδυλώδους ρίζας του συνίσταται στις περιπτώσεις κατάρρου των αναπνευστικών οδών, κοκίτη και βρογχίτιδα. Το συνιστούν επίσης και σε περιπτώσεις γαστρίτιδας, αιμορραγιών και ερυθημάτων.

Παρασκευή και δοσολογία:
Ως σκόνη η ημερήσια δοσολογία κυμαίνεται από 5-20 γραμμάρια και καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό. Σε μορφή καταπλάσματος ο πολτός της ρίζας συνδυάζεται με γάλα για προβλήματα ορχίτιδας και με λιναρόσπορο για προβλήματα ρευματικών, διαστρεμμάτων και δοθιηνώσεων.

Προφυλάξεις:
Η εσωτερική χρήση του βοτάνου πρέπει να γίνεται πάντα σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες. Η αροϊνη είναι ερεθιστική για το δέρμα και τοξική για το κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι δηλητηριάσεις σε παιδιά που τρώνε τις κόκκινες ράγες που έχουν κάπως γλυκιά γεύση είναι πιθανή.
Σε περιπτώσεις δηλητηρίασης πρέπει να προκληθεί εμετός, να χορηγηθεί δυνατός καφές, καφεΐνη, θέρμανση του ασθενούς με καταπλάσματα και θερμοφόρες, καρδιοτόνωση και τόνωση της περιφερικής κυκλοφορίας.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα