Η επιστημονική της ονομασία είναι Capparis spinosa και ανήκει στην οικογένεια των καππαριδών. Τα τρυφερά μπουμπούκια της, τα άνθη και οι τρυφεροί βλαστοί, συλλέγονται από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο. Η Κάπαρη είναι θάμνος που φτάνει τα 1-2 μέτρα, λείος με έρποντες αγκαθωτούς βλαστούς. Τα φύλλα της είναι ακέραια ελλειψοειδή ή ωοειδή. Τα άνθη της είναι μεγάλα, μονήρη, με πολλούς τοξοειδείς στήμονες που είναι μακρύτεροι των πετάλων. Ο καρπός είναι ραγοειδής, ατρακτοειδής και πολύσπερμος. Είναι φυτό που φυτρώνει σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στις παραθαλάσσιες περιοχές. Τη συναντούμε σε πετρώδεις βιότοπους, σε χωράφια και βραχώδη κρεμνά. Υπάρχουν δύο είδη κάπαρης. Η ssp. Spinosa και η ss. Rupestis.Η πρώτη έχει φύλλα στρυγγυλά και προτιμά να φυτρώνει μακριά από τη θάλασσα σε χωράφια ή άκρες δρόμων. Η δεύτερη έχει φύλλα ελλειψοειδή και φυτρώνει σε παραθαλάσσιες βραχώδεις περιοχές.
Στην αρχαιότητα οι γιατροί την χρησιμοποιούσαν ως διουρητικό φάρμακο και για την αντιμετώπιση της ισχιαλγίας, νευρικών προβλημάτων και άλλων νοσημάτων. Ο Ιπποκράτης την θεωρούσε αποχρεμπτική επί πλευρίτιδας. Ο Διοσκουρίδης τη συνιστούσε ως φάρμακο για πολλά νοσήματα. Σημείωνε δε ότι αν βραστεί με ξύδι, σταματά τον πονόδοντο με στοματικές πλύσεις. Στην κουζίνα η Κάπαρη είναι γνωστή εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ο Διοσκουρίδης έλεγε ότι είναι καλύτερο για το στομάχι να την τρώμε μαγειρεμένη. Στην Αθήνα των κλασικών χρόνων την θεωρούσαν τροφή των φτωχών. Σε κείμενα μάλιστα αναφέρεται ότι συνήθιζαν να την μαζεύουν και να την διατηρούν στην άλμη. Ο καλόγερος Αγάπιος τον 17ο αιώνα συνιστούσε να τρώγεται με λαδόξιδο και σταφίδες, ή με λαδόξιδο και μέλι.
Σήμερα συλλέγουμε τους τρυφερούς βλαστούς, τους καρπούς και τα μπουμπούκια της κάπαρης και τα διατηρούμε στην άλμη. Την χρησιμοποιούμε στις σαλάτες και ως άρτυμα σε σάλτσες για ζυμαρικά, ψάρια , κρέατα και όσπρια.
Τους ρωμαϊκούς χρόνους η κάπαρη ήταν τόσο διαδεδομένη που την επεξεργάζονταν μέσα σε μεγάλα βαρέλια ξύδι.
Εκεί έβαζαν τα μπουμπούκια της και μετά τα χώριζαν σε διάφορα μεγέθη περνώντας τα μέσα από μεγάλα χάλκινα κόσκινα.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα