Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Commiphora molmol (Κομμιφόρος η μύρρα) και το συναντούμε με τα ονόματα σμύρνα, βδέλλιο και μύρρα. Ανήκει στην οικογένεια των Βουρσεριδών.
Το Μύρρο είναι ελαιο-κομμεορητίνη, μία ζελατινώδη ουσία που συλλέγεται από τον φλοιό των θάμνων που φυτρώνουν στις άνυδρες περιοχές στην Αραβία και τη Σομαλία. και για χιλιετηρίδες θεωρούνταν ένας από τους θησαυρούς της Ανατολής.. Οι θάμνοι ή τα μικρά δέντρα του Commiphora myrrha φυτρώνουν κυρίως στη Σομαλία. Τα φύλλα του μικρού δέντρου αποτελούνται από δύο πλευρικά φυλλάρια και τα άνθη του είναι πράσινα. Συστατικά-χαρακτήρας: Το Μύρρο περιέχει στα συστατικά του είναι έως και 17% αιθέριο έλαιο, μέχρι και 40% ρητίνη και κόμμι. Το άρωμα του είναι υπέροχο, αλλά η γεύση του είναι δυσάρεστη. Ο χαρακτήρας του είναι καυτός, ξηρός, στυφός και πικρός.

Ιστορικά στοιχεία:
Το μύρρο μνημονεύεται στη βίβλο και ήδη από την αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν ανακατεμένο με μέλι, για την περιποίηση φλεγμονών και πληγών. Επίσης το ανακάτευα με λιβάνι για καπνισμούς. Για χιλιετηρίδες το θεωρούσαν ως ένα από τους θησαυρούς της ανατολής. Ερχόταν στην Ευρώπη από τον δρόμο του λιβανιού.
Οι γιατροσοφιστές χρησιμοποιούσαν το μύρρο για τους μυϊκούς πόνους και σε έμπλαστρα για ρευματισμούς.
Οι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν στις ταριχεύσεις τους και οι αρχαίες Αιγύπτιες νοικοκυρές το έκαιγαν για να ξεφορτωθούν τους ψύλλους.
Στην Κίνα ονομάζεται Mo Yao και χρησιμοποιείται από τον καιρό της Δυναστείας Τανγκ (60 μ.Χ.) κυρίως για πληγές, για την ανακούφιση από τα πρηξίματα και ως διεγερτικό του αίματος.. Το έλαιο του μύρρου το απόσταζαν από την ρητίνη και το χρησιμοποιούσαν από την εποχή της Αρχαίας Ελλάδας για την επούλωση των πληγών.

Συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Μετά την εποχή των βροχών ο φλοιός χαράζεται και σχηματίζεται στην εντομή πικρό, κίτρινο, αρωματικό κόμμι, το οποίο όταν ξεραθεί παίρνει ακανόνιστα σχήματα και κυανέρυθρο χρώμα. Αυτό είναι το μύρρο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή βάμματος και ελαίου.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Η δράση του είναι αντιμικροβιακή, στυπτική, άφυση, αντικαταρροϊκή, αποχρεμπτική και επουλωτική. Είναι ένας αποτελεσματικό αντιμικροβιακός παράγοντας που διεγείρει την παραγωγή των λευκών αιμοσφαιρίων και παράλληλα έχει άμεση αντιμικροβιακή δράση. Έτσι το βότανο αυτό βοηθά και υποστηρίζει τη φυσική λειτουργία της άμυνας του οργανισμού. Το χρησιμοποιούμε ειδικά στη θεραπεία λοιμώξεων του στόματος, όπως τα στοματικά έλκη, η ουλίτιδα, η πυόρροια και σε προβλήματα καταρροής, στη φαρυγγίτιδα και την ιγμορίτιδα. Βοηθά επίσης σε περιπτώσεις λαρυγγίτιδας και προβλημάτων του αναπνευστικού συστήματος. Εξωτερικά είναι ένα θεραπευτικό επουλωτικό και αντισηπτικό για τραύματα και αμυχές. Οι ρητίνες δεν είναι υδροδιαλυτές και το πιο χρήσιμο σκεύασμα μύρρου είναι το βάμμα που έχει παρασκευασθεί σε αλκοόλ 96%. Αυτό αραιώνεται καλά σε νερό και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν γαργάρα.
Συνδυάζεται καλά με την Εχινάκια για τις λοιμώξεις και σαν πλύσεις στόματος για έλκη. Για εξωτερική χρήση συνδυάζεται με απόσταγμα αμαμηλίδας.. Στον τομέα των καλλυντικών χρησιμοποιείται στη σύνθεση νυχτερινών κρεμών.

Παρασκευή και δοσολογία:
Παρασκευάζεται ως έγχυμα. Η ρητίνη διαλύεται δύσκολα στο νερό για αυτό πρέπει να κονιοποιηθεί για την παρασκευή του εγχύματος. Ρίχνουμε σε 1 φλιτζάνι βραστό νερό 1-2 κουταλιές του τσαγιού σκόνη και το αφήνουμε 10-15 λεπτά. Το ρόφημα το πίνουμε 3 φορές την ημέρα.

Προφυλάξεις:
Το αποφεύγουμε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης γιατί είναι διεγερτικό της μήτρας.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα