Το βότανο αυτό το συναντούμε και με τις ονομασίες Κρινάκι ή Μυγκέ. Η αγγλική του ονομασία είναι Lily of the Valley και η λατινική Convallaria majalis (Κομβαλλάρια του Μαΐου).
Χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς τα ξηρά φύλλα του φυτού τα οποία συλλέγονται την εποχή της ανθοφορίας του, το Μάιο και Ιούνιο.
Τα συστατικά του βοτάνου είναι καρδιακά γλυκοσίδια (ανάμεσά τους η κονβαλλατοξίνη και η κονβαλλατοξόλη), σαπωνίνες (ανάμεσά τους η κονβαλλαρίνη και το κονβαλλαρικό οξύ), ασπαραγίνη, φλαβονιειδή, αιθέριο έλαιο με φαρνεσόλη. Τα καρδιακά γλυκοσίδια που περιέχει το βότανο είναι μία ομάδα χημικών ουσιών που υπάρχει σε όσα βότανα χρησιμοποιούνται ως ιάματα για τη θεραπεία της καρδιάς. Αυτές οι πολύπλοκες χημικές ενώσεις έχουν την ικανότητα να διεγείρουν τον καρδιακό μυ, με τρόπο που να ενισχύει τη συστολή του και να εξασφαλίζει την άντληση περισσότερου αίματος σε όλο το σώμα. Έτσι αυξάνεται η απόδοση της καρδιάς, ενώ χάρη στη λειτουργία αυτών των ενώσεων, δεν αυξάνεται αντίστοιχα και το οξυγόνο που χρειάζεται ο καρδιακός μυς για τη λειτουργία του, κι έτσι δεν δημιουργείται το πρόβλημα της ανεπάρκειας οξυγόνου.
Η φαρμακολογική ανάλυση δείχνει ότι τα γλυκοσίδια αυτά στη Κομβαλλάρια είναι η Κομβαλλατοξίνη, η Κομβαλλατοξόλη, η Κομβαλλαρίνη, η Κομβαλλαμαρίνη, η Κονβαλλασίδη και η Κομβαλλατοξολοσίδη. Αν και υπάρχουν όλες αυτές οι βιοχημικές ενώσεις στο βότανο, δύο μόνο από αυτές επιδρούν απευθείας στην καρδιά και κύρια η Κομβαλλοτοξόλη.
Θα έλεγε κανείς λοιπόν ότι οι υπόλοιπες ενώσεις είναι άχρηστες. Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος. Εδώ στο βότανο αυτό φαίνεται καθαρά αυτό που είναι γνωστό για όλα σχεδόν τα βότανα. Ότι η δράση μιας συγκεκριμένης ουσίας που μπορεί να μας θεραπεύσει από μια πάθηση, δεν είναι η ίδια όταν την απομονώσουμε από το υπόλοιπο βότανο για να την χορηγήσουμε στον πάσχοντα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα άλλα γλυκοσίδια, αυξάνουν ως 500 φορές τη διαλυτότητα των ενεργών ουσιών. Αυτό είναι εξαιρετικά χρήσιμο γιατί επιτυγχάνουμε το ίδιο αποτέλεσμα χρησιμοποιώντας μικρότερη δόση, αφού η αύξηση της διαλυτότητας οδηγεί σε αύξηση της «βιο-διαθεσιμότητας». Επιπλέον έχει διαπιστωθεί ότι αν και η Κομβαλλοτοξίνη απομονωμένη επιδρά γρήγορα, οξειδώνεται και αποβάλλεται από το σώμα επίσης γρήγορα, ενώ το «πλήρες» φυτό έχει μεγαλύτερο χρόνο επίδρασης στο σώμα. Τα άλλα προφανώς ανενεργά γλυκοσίδια μετατρέπονται από το σώμα σε ενεργά όπως και όταν χρειάζεται. Έτσι δεν υπάρχει κίνδυνος δηλητηρίασης από την Κομβαλλάρια, αφού τα γλυκοσίδια της έχουν μια μοναδική χημική δομή, χάρη στην οποία απεκκρίνονται εύκολα και δεν συσσωρεύονται στο σώμα.
Το συγκεκριμένο λοιπόν βότανο, η Κομβαλλάρια, είναι ένα καλό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα βότανα. Βλέπουμε ότι το όλο είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμα των επί μέρους τμημάτων του.
Η Κομβαλλάρια είναι ίσως το πολυτιμότερο καρδιακό ίαμα που χρησιμοποιούν οι βοτανοθεραπευτές σήμερα. Έχει την ίδια δράση με τη Δακτυλίτιδα (βότανο που χρησιμοποιείται για την καρδιακή ανεπάρκεια), αλλά δεν έχει τις πιθανές τοξικές της επιδράσεις. Η Κομβαλλάρια μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας και της κατακράτησης υγρών, όταν αυτή έχει σχέση με καρδιακά προβλήματα. Βοηθά τον οργανισμό όταν υπάρχει δύσπνοια λόγω συμφορητικών καταστάσεων της καρδιάς. Διεγείρει τις συστολές και βελτιώνει την απόδοση της καρδιάς και είναι χρήσιμο για την αδύναμη και ανεπαρκή καρδιά των ηλικιωμένων.
Πρέπει να χορηγείται μαζί με ένα διουρητικό όπως το Ταραξάκο ή με τονωτικά όπως ο κράταιγος και το Γκίγκο Μπιλόμπα, ανάλογα με την αιτία της πάθησης.
Συνδυάζεται επίσης καλά με τον Λεόνουρο.
Η Κομβαλλάρια όμως είναι ένα βότανο που το παίρνουμε με προσοχή και μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού. Οι υψηλές δόσεις προκαλούν βαρείς εμετούς και ενδεικτικά, η μέγιστη ασφαλής δόση στη Βρετανία είναι μέχρι 1 ml βάμμα την ημέρα.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα