Βιότοπος – περιγραφή:
Η κολοκυθιά ανήκει στην οικογένεια των Κολοκυνθοειδών και καλλιεργείται ως εδώδιμο. Βασικά διακρίνουμε δύο είδη του φυτού.
Την κολοκύνθη την κοινή που η λατινική της ονομασία είναι Cucurbita pepo L. (Κουκούρβιτα ο πέπων) η οποία καλλιεργείται για τους καρπούς της, τα πράσινα κολοκυθάκια και την Κολοκύνθη η μείζων - Cucurbita maxima Duch (Κουκούρβιτα η μεγίστη) - η οποία παράγει τα μεγάλα κόκκινα κολοκύθια, ή γνωστή μας γλυκοκολοκύθια.
Υπάρχουν αναρίθμητες ποικιλίες της γλυκοκολοκύθας και μερικές από αυτές καλλιεργούνται ως διακοσμητικές, γιατί οι καρποί της μοιάζουν με σαρίκι και για τον λόγο αυτό ονομάζονται σαρικόμορφες.
Οι Κολοκυθιές είναι μεγάλα ποώδη φυτά, ετήσια, με βλαστούς γωνιώδεις, τριχωτούς που έρπουν ή αναρριχώνται. Η κοινή κολοκυθιά έχει μεγάλα παλαμοειδή, τριχωτά, βαθιά σχισμένα φύλλα, έλλοβα με μεγάλους μίσχους. Τα φύλλα της γλυκοκολοκύθας είναι στρογγυλά σε σχήμα νεφρού. Τα άνθη είναι μεγάλα, με ζωηρό κίτρινο χρώμα, μονογενή και εδώδιμα. Τα αρσενικά έχουν μεγαλύτερους μίσχους.
Τα πράσινα κολοκυθάκια τρώγονται κυρίως μαγειρεμένα. Η γλυκοκολοκύθα μπορεί να φτάσει και τα 60 κιλά και έχει σάρκα υποκίτρινη έως κοκκινωπή, γλυκίζουσα, ενώ τα σπέρματα που περιέχει είναι λευκοί σπόροι, ωοειδείς, πεπλατυσμένοι που χρησιμοποιούνται ως πασατέμπος.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Ο καρπός της κοινής κολοκυθιάς έχει γεύση και οσμή χορτώδη, ενώ της γλυκοκολοκύθας είναι αρωματικός.
Περιέχουν λεύκωμα 1%, υδατάνθρακες 5,80%, λιπαρές ουσίες 0,11%, ανόργανα άλατα (σίδηρο, χαλκό, κάλιο, μαγνήσιο, μαγγάνιο, σελήνιο, ψευδάργυρο) 0,50%, νερό 91,60%, ασβέστιο 0,04% και φωσφορικές ενώσεις 0,31%. Περιέχει επίσης βιταμίνες Α, Β1, Β2, C, Ε, παντοθενικό οξύ, α και β καροτίνη.
Οι δραστικές ουσίες των σπόρων βρίσκονται κυρίως στο φύτρο και λιγότερο στο περίβλημά τους.
Οι σπόροι περιέχουν ένα γλυκό, παχύ έλαιο (που χρησιμοποιείται στην κατασκευή καλλυντικών αλοιφών και γαλακτωμάτων και μία δριμεία ρητίνη , την πεπορεγίνη (η οποία είναι εντοπισμένη μέσα στον πρασινωπό τους υμένα και έχει ταινιοκτόνους ιδιότητες), ζάχαρα, εμουλσίνη, κουκουρμπιτίνη, αλμπουμίνη, λεκιθίνη, φυτοστερίνη, πρωτεΐνες, γόμμα, χλωροφύλλη και κιτρουλλικό οξύ.
Η κουκουρβιτασίνη που περιέχουν οι σπόροι, έχει την ικανότητα να εμποδίζει την διαίρεση των κυττάρων στο στάδιο της μετάφασης και θα μπορούσε να δοκιμαστεί σαν φάρμακο εναντίον του καρκίνου στην περίπτωση της υπερτροφίας του προστάτη. Έχει αξιοσημείωτη ανθελμινθική δράση χωρίς τοξικότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακίνδυνα στα παιδιά. Τα σπέρματα της γλυκοκολοκύθας καβουρδισμένα χρησιμοποιούνται ως πασατέμπος.

Ιστορικά στοιχεία:
Το Κολοκύθι είναι φυτό ιθαγενές της τροπικής Αμερικής. Καλλιεργήθηκε από τους ινδιάνους πριν από το 5000 π.Χ και στην Ευρώπη ήρθε με τους Ισπανούς κατακτητές το 1532.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Ανθίζει από τον Ιούνιο έως και τον Αύγουστο. Οι σπόροι ωριμάζουν από τον Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο. Από το Κολοκύθι χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς κυρίως οι ώριμοι σπόροι και κατά δεύτερο λόγο το σαρκώδες μέρος του καρπού και τα άνθη. Οι σπόροι αφαιρούνται από το εσωτερικό της γλυκοκολοκύθας που πρέπει να συλλεχτεί στα τέλη του καλοκαιριού.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Οι ώριμοι και φρέσκοι σπόροι χρησιμοποιούνται σαν ίαμα για τις έλμινθες και πλατέλμινθες (παράσιτα) των εντέρων.
Τα κολοκύθια θεωρούνται ευστόμαχα, διουρητικά και αποτοξινωτικά. Τα πρότειναν παραδοσιακά σε νέους με αιματώδη και χολώδη ιδιοσυγκρασία. Παλαιότερα ο χυλός τους εθεωρείτο σαν θεραπευτικός των πόνων των αυτιών, ενσταλαζόμενος μέσα στον έξω ακουστικό πόρο.
Η γλυκοκολοκύθα είναι ευστόμαχη και μαλακτική του στομάχου και των εντέρων. Ο A. Heraud συνιστούσε την ψημένη σάρκα της σαν καταπραϋντική και τον ωμό πολτό της κατά των εγκαυμάτων πρώτου βαθμού και των επιπόλαιων φλεγμονών, σε μαλακτικά καταπλάσματα. Ο Μαθιόλης χρησιμοποίησε τον πολτό της γλυκοκολοκύθας σε ψυχρά καταπλάσματα για να καταπραΰνει τους πονοκεφάλους οποιασδήποτε μορφής. Τα σπέρματα περιγράφονται σαν δροσιστικά και καταπραϋντικά και το γαλάκτωμά τους χρησιμοποιήθηκε κατά των φλογώσεων του πεπτικού σωλήνα, της κύστεως και της ουρήθρας, επίσης δε ως αντικαταρροϊκό.
Κυρίως όμως είναι άριστο ανθελμινθικό και ταινιοκτόνο φάρμακο. Ο Brunet έκανε στην Ιατρική Ακαδημία του Μπορντώ μία ανακοίνωση το 1845, ότι το φύραμα των σπερμάτων αποβάλλει ασφαλώς την ταινία και ότι το δοκίμασε σε πολλούς ασθενείς με θαυμάσια αποτελέσματα. Τα χορηγούσε ξεφλουδισμένα σε δόση 60 γραμμαρίων και σε κοκκώδες φύραμα με νερό. Πριν και μετά τη λήψη χορηγούσαν ρετσινόλαδο.
Η γλυκοκολοκύθα βοηθά τους άνδρες όταν περνούν την κλιμακτήριο. Μετά την ηλικία των 45 περίπου ετών, ο προστάτης αρχίζει να μεγαλώνει και αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην ούρηση. Οι σπόροι περιέχουν ένα μείγμα από έλαια, βιταμίνες και μέταλλα που δρουν μαζί για να αποτρέψουν την διαταραχή της ούρησης σε περίπτωση ανεπτυγμένου προστάτη. Υπάρχουν φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για τον εφοδιασμό του οργανισμού σε ανόργανα άλατα, που έχουν σαν βάση τους τα κολοκύθια.
Στην ομοιοπαθητική ο καρπός χρησιμοποιείται ως πηγή αλάτων για τον οργανισμό, καθώς επίσης και εναντίον της ναυτίας από θάλασσα, ως αντιεμετικό.
Στην ναυτία και τους εμέτους των εγκύων συστήνεται χυμός ή αφέψημα κολοκυθιού με λεμόνι.

Παρασκευή και δοσολογία:
Χτυπάμε 60 γραμμάρια σπόρους μαζί με ζάχαρη ή μέλι με όσο γάλα ή νερό χρειάζεται για να γίνει το μείγμα μισό λίτρο. Το παίρνουμε ενώ νηστεύουμε, σε τρεις δόσεις, μία δόση κάθε δύο ώρες. Λίγες ώρες μετά την τελευταία δόση παίρνουμε καστορέλαιο ή ρετσινόλαδο. Στους ενήλικες μπορούμε να προσθέσουμε στο μείγμα και αψιθιά.

Προφυλάξεις:
Η δράση των σπόρων με το πέρασμα του χρόνου ελαττώνεται και για τον λόγο αυτό πρέπει να χρησιμοποιούμε σπόρους του ίδιου χρόνου.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα