Το συναντάμε και με το όνομα Μοσχοκάρφι ή Καρυόφυλο. Η λατινική του ονομασία είναι Eugenia caryofhyllus.
Στην ουσία το γαρίφαλο είναι ο αποξηραμένος καρπός του φυτού Ευγενούλη που καλλιεργείται σε θερμά κλίματα κοντά στη θάλασσα.
Παράγεται στην Ινδονησία, την Μαδαγασκάρη, την Μαλαισία, την Ζανζιβάρη, την Τανζανία και την Σρι Λάνκα. Η λέξη γαρίφαλο προέρχεται από το λατινικό garofulum (καρυόφυλλο στα ελληνικά). Στην αρχή γραφόταν με ύψιλον και δύο λάμδα όπως το λουλούδι γαρύφαλλο. Η συλλογή των μπουμπουκιών του δένδρου γίνεται Δεκέμβρη και Ιούνιο, όταν το κάτω μέρος τους γίνει από πράσινο μοβ.
Στο γαρίφαλο περιέχεται πτητικό έλαιο 20%. Η δράση του είναι διεγερτική, άφυση και αρωματική.
Το χρησιμοποιούμε στη ναυτία, τον εμετό και τον τυμπανισμό. Διεγείρει το πεπτικό σύστημα. Το παρασκευάζουμε ως έγχυμα βάζοντας ρίχνοντας ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε 10 περίπου γαρίφαλα και το αφήνουμε για 10 λεπτά και το πίνουμε. Είναι ισχυρό τοπικό αντισηπτικό και ήπιο αναισθητικό ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξωτερικά στον πονόδοντο βάζοντας ένα γαρίφαλο πάνω στο καταστρεμμένο δόντι που πονά. Θέλει όμως προσοχή γιατί αν βάλουμε το γαρίφαλο ή το γαριφαλέλαιο στον βλεννογόνο μπορεί να μας προκαλέσει έγκαυμα.. Το αιθέριο έλαιο του γαρίφαλου χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική ως ισχυρό αντισηπτικό και παυσίπονο.
Οι τάντρες και άλλα βιβλία με θέμα την σεξουαλική ικανότητα το συνιστούν ανεπιφύλακτα μια και δρα ως αφροδισιακό.
Η χρήση του βέβαια στη μαγειρική είναι γνωστή μια και είναι από τα διασημότερα μπαχαρικά στην ιστορία της γεύσης.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα