Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Illicium verum και ανήκει στην οικογένεια magnoliaceae. Είναι ένα μικρό δέντρο (ιθαγενές σε Κίνα και Βιετνάμ) που φτάνει σε ύψος τα οκτώ μέτρα. Τα φύλλα του είναι λογχοειδή και του άνθη του κίτρινα.
Ο καρπός αυτού του δέντρου έχει το σχήμα αστεριού με 8 κατά μέσο όρο ακτίνες. Μέσα στις ακτίνες αυτές βρίσκονται οι σπόροι του φυτού οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην Κίνα για τις θεραπευτικές και μαγειρικές τους ιδιότητες. Ο γεύση του σπόρου θυμίζει έντονα το γλυκάνισο και για τον λόγο αυτό, όταν εισήχθη στην Ευρώπη τον 16ο αιώνα (από άγγλους ναύτες) χρησιμοποιήθηκε ως φτηνό υποκατάστατο του γλυκάνισου, αλλά ελάχιστα στην μαγειρική ως μπαχαρικό κατσαρόλας.
Στην Κίνα όμως και στις παραθαλάσσιες περιοχές της Ινδίας χρησιμοποιήθηκε στη βιομηχανία ζαχαρωδών προϊόντων, για να νοστιμίσει το κόκκινο κρέας και τα πουλερικά, τις σούπες και τα αυγά και σαν βασικό συστατικό του κινέζικου μίγματος των «5 καρυκευμάτων».
Μετά το φαγητό μάλιστα συνήθιζαν να μασούν τους σπόρους γιατί διευκόλυναν την πέψη και αρωμάτιζαν το στόμα. Στην Ευρώπη το αστεροειδές Κίνας χρησιμοποιήθηκε στις κομπόστες και τις μαρμελάδες φρούτων και στην κατασκευή αρωματικών ηδύποτων.
Οι θεραπευτικές ιδιότητες του βοτάνου είναι παρόμοιες με του γλυκάνισου. Περιορίζει τα αέρια των εντέρων, διευκολύνει τη χώνεψη και είναι διουρητικό.
Στην ανατολή το χρησιμοποιούν για την αντιμετώπιση του κολικού στα βρέφη και τους ρευματισμούς. Το πρόσθεταν και στα θεραπευτικά τους τσάγια, τα μίγματα και τις παστίλιες.
Μεγάλη προβολή στις ιδιότητες του βοτάνου δόθηκε μετά την φοβερή απειλή της «νόσου των πτηνών». Το αστεροειδές κίνας βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής γιατί χρησιμοποιήθηκε στην αναζήτηση της θεραπείας για την νόσο. Λόγω του σικιμικού οξέος που περιέχει, χρησιμοποιήθηκε από Ελβετική φαρμακευτική εταιρεία για την παρασκευή του Ταμιφλού, του μοναδικού φαρμάκου που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή για την αντιμετώπιση της νόσου. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το Ταμιφλού δεν θεραπεύει τη νόσο των πτηνών, αλλά περιορίζει τη δριμύτητα της νόσου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το 2005 να παρουσιαστούν τεράστιες ελλείψεις στη ζήτηση του πολύτιμου καρπού που εξαφανίστηκε από την αγορά. Στη συνέχεια βέβαια βλέποντας την ανάγκη παραγωγής του, τέσσερις επαρχίες της Κίνας καλλιέργησαν τεράστιες ποσότητες του φυτού αυτού που υπάρχει πλέον σε επάρκεια.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα