Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Lycopus europaeus (Λυκόπους ο ευρωπαϊκός). Ανήκει στην οικογένεια των Χειλανθών. Φύεται στην Ευρώπη και όλο το Βόρειο ημισφαίριο. Κοινές ονομασίες του βοτάνου λυκόπους ή λιβανόχορτο. Το συναντούμε κατά μήκος των ποταμών και στους υγρούς τόπους. Είναι πολυετές φυτό, συνηθισμένο ζιζάνιο των υγρών τόπων, που το ύψος του κυμαίνεται από 30 έως 90 εκατοστά. Φύλλα παράλληλα , λογχοειδή, μήκους από 6 έως 9 εκατοστών, στους άξονες των οποίων τα λευκά άνθη με πορφυρά στίγματα είναι τοποθετημένα κατά ρόδακες. Τα άνθη βγαίνουν στο τέλος του καλοκαιριού ακολουθούμενα από τρίγωνους καρπούς. Οι σπόροι του φυτού ωριμάζουν από Αύγουστο μέχρι Οκτώβριο.

Ιστορικά στοιχεία:
Το βότανο έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και πολλά χρόνια από διάφορους λαούς οι οποίοι αξιοποίησαν τις στυπτικές, καλλυντικές, ναρκωτικές και ψυκτικές ιδιότητες του φυτού.
Ο Λυκόπους λόγω ιδιότητας του, να μειώνει την δραστικότητα του ιωδίου, σε περίπτωση υπερθυρεοειδισμού, τράβηξε την προσοχή των γιατρών για ένα περίπου αιώνα. Στην φαρμακοποιία των ΗΠΑ του 19ου αιώνα αναφέρεται ως αποτελεσματικό αντιαιμορραγικό.
Στην κινέζικη ιατρική χρησιμοποιείται εδώ και 2000 χρόνια για τα επώδυνα έμμηνα, πρόωρη εκσπερμάτωση και επώδυνα κτυπήματα. Τα φύλλα του φυτού σε κατάπλασμα τα χρησιμοποιούσαν πάνω σε άσχημες πληγές που δεν έκλειναν εύκολα. Επίσης χρησιμοποιήθηκε στη λαϊκή ιατρική διαφόρων λαών για θεραπεία του βήχα, αιμορραγία πνευμόνων, φυματίωση και υπερβολική εμμηνόρροια.
Στα αγγλικά η ονομασία του βοτάνου σημαίνει «το βότανο των τσιγγάνων». Αυτό γιατί οι τσιγγάνοι χρησιμοποιούσαν τον χυμό του φυτού για να φτιάχνουν διάφορα σχέδια πάνω στο δέρμα τους, ή κατά μία άλλη άποψη, γιατί με το φυτό αυτό έβαφαν τα λινά τους υφάσματα.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Είναι πικρό, ελαφρώς αρωματικό φυτό. Το βότανο περιέχει ένα πικρό ετεροσίδιο, τη λυκοπίνη, στυπτικά, γλυκοσιδικές φλαβόνες, πτητικό έλαιο, ρετσίνι, τανίνες, καφεϊνικό και ουρσουλικό οξύ.

Άνθιση – χρησιμοποιούμενα μέρη - συλλογή:
Το φυτό ανθίζει από Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα αέρια μέρη του φυτού. Η συλλογή τους γίνεται λίγο πριν το άνοιγμα των μπουμπουκιών.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Το βότανο δρα ως καρδιενεργό διουρητικό, περιφερειακό αγγειοδιασταλτικό, στυπτικό, ηρεμιστικό, ανταγωνιστικό της θυροξίνης και αντιβηχικό.
Οι νευρικοί άνθρωποι φαίνεται ότι καίνε την τροφή τους γρηγορότερα από άλλους λόγω του άγχους τους. Μπορούν συχνά να τρώνε αρκετά τακτικά και να παραμένουν λεπτοί. Αιτία και αποτέλεσμα σε αυτή την περίπτωση μπορεί να μπερδευτούν. Ο υπερδραστήριος θυρεοειδής αδένας αυξάνει τον μεταβολισμό και η τροφή μετατρέπεται γρήγορα σε ενέργεια. Ο υπερδραστήριος θυρεοειδής είναι η αιτία της νευρικότητας που επηρεάζει επίσης τους παλμούς της καρδιάς.
Ο Λυκόπους είναι ειδικό ίαμα για την υπερδραστηριότητα του θυρεοειδούς αδένα, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δύσπνοια, ταχυπαλμία και τρέμουλο. Όταν η ταχυπαλμία έχει νευρική προέλευση μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια. Βοηθά στην αδύναμη καρδιά όταν συνδέεται με συσσώρευση ύδατος στο σώμα.
Σαν ηρεμιστικό και αντιβηχικό καταπραΰνει τον ερεθιστικό βήχα ιδιαίτερα όταν έχει νευρική προέλευση.
Η δράση του βοτάνου γίνεται αντιληπτή αφού χρησιμοποιηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επιπλέον ο Λυκόπους ελέγχει τις αιμορραγίες και μειώνει τα επίπεδα του σακχάρου του αίματος.
Συνδυάζεται άριστα με νευροτονωτικά όπως η Σκουτελλάρια και η Βαλεριάνα. Στην ομοιοπαθητική το βάμμα του βοτάνου χρησιμοποιείται για την καταπολέμηση της βρογχοκήλης, των προκάρδιων παλμών και της γενικής νευρικότητας.

Παρασκευή και δοσολογία:
Παρασκευάζεται ως έγχυμα. Ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε ένα κουταλάκι του τσαγιού ξηρό βότανο, το σκεπάζουμε για 10-15 λεπτά, σουρώνουμε και πίνουμε τρεις φορές την ημέρα. Η δοσολογία του βάμματος είναι 1-2 ml τρεις φορές την ημέρα.

Προφυλάξεις:
Δεν πρέπει να το χρησιμοποιούν έγκυες γυναίκες και όσοι πάσχουν από υποθυρεοειδισμό.

Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα