Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Ononis spinosa L. (Ονωνίς η ακανθώδης) ή Ononis arvensis (Lamk.). Φύεται σε όλη την Ευρώπη.
Στη χώρα μας υπάρχουν επίσης τα συγγενικά είδη Ononis antiquorum (Ονωνίς των αρχαίων) και Ononis repens (Ονωνίς η έρπουσα) και όλα έχουν παρόμοιες θεραπευτικές ιδιότητες. Τα συναντούμε με τις ονομασίες Βοδινό αγκάθι, Βοϊδάγκαθο, Βοϊδοκράτης, Γαϊδουράγκαθο, Ανωνίδα, Αβρωνίδα, Έλληνας, Γαλινιά, Παλαμωνίδα, Αγκαθερή, Αιγύπηρος.
Ανήκει στην οικογένεια των Παπιλιονιδών ή Ψυχανθών.
Είναι φυτό πολυετές, αυτοφυές σε όλη την Ελλάδα και προτιμά ακαλλιέργητους τόπους και προπαντός τις αμμώδεις και ακαλλιέργητες πεδιάδες και τις άκρες των αγροτικών δρόμων.
Το ύψος του κυμαίνεται από 20 έως 100 εκατοστά. Τα φύλλα του είναι τριχωτά, τα πάνω απλά και τα κάτω αποτελούνται από 3 λογχοειδή φύλλα, με πριονωτά χείλη. Το στέλεχος είναι ακανθώδες.
Η ρίζα του χώνεται βαθιά στο χώμα, δυνατή, μακριά, κάθετη, με χρώμα φαιοκόκκινο. Τα άνθη του είναι ροζ προς το κόκκινο και σπανίως λευκά, 1 με 3 επάνω στη μασχάλη των φύλλων και μοιάζουν με πεταλούδες.
Τα αιχμηρά αγκάθια του φυτού δεν το κάνουν αγαπητό σε άλογα, τα πρόβατα και οι χοίρους που το αποστρέφονται. Όμως του δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση αγελάδες, κατσίκες, ελάφια και γαϊδούρια.

Ιστορικά στοιχεία:
Το βότανο ήταν γνωστό στους αρχαίους έλληνες.
Ο Θεόφραστος το ονόμαζε Αιγύπηρον.
Ο Διοσκουρίδης την αποκαλεί Ανωνίς και έγραφε για αυτή. «Αλμεύεται προ του ανθοφορείσαι και εστίν ηδίστυ». Δηλαδή παρασκευάζεται πριν την ανθοφορία και είναι γλυκύτατη».
Οι πρόγονοί μας χρησιμοποιούσαν την ρίζα της ανωνίδας ως διουρητική και ορεκτική.
Ο Γαληνός τοποθετούσε τον φλοιό του φυτού στην πρώτη σειρά των διουρητικών βοτάνων.
Οι γιατροί τον 15ο και 16ο αιώνα θεωρούσαν το φυτό ως αποτελεσματικό φάρμακο κατά των κυστίτιδων, νεφρολιθιάσεων και λιθιάσεων της κύστης, ιδιαίτερα εκείνων που συνοδεύονταν από επίσχεση των ούρων.
Για τον ίδιο λόγο έδιναν την σκόνη της ρίζας μέσα σε κρασί.
Το χρησιμοποιούσαν επίσης κατά της έμφραξης των όρχεων, των σπλαχνικών εμφράξεων, των καχεξιών, της χλωρώσεως, των νοσημάτων της σπλήνας και τον ίκτερο.
Το πυκνό αφέψημα του φυτού το συνιστούσαν σε γαργαρισμούς κατά της ελκώδους και σκορβουτικής ουλίτιδας και τα αφροδίσια έλκη.
Ήταν μάλιστα τόσο βέβαιοι για την αποτελεσματικότητα του που έλεγαν πως μερικές αποτυχίες έπρεπε να αποδοθούν σε απώλεια των θεραπευτικών ιδιοτήτων του φυτού από κακή επιλογή και κακή διατήρηση του.
Χρησιμοποιήθηκε επίσης στο παρελθόν κατά της αρθρίτιδας, των επίμονων ρευματισμών, της ακράτειας και της υδρωπικίας. Οι χωρικοί στη Θεσσαλία εδώ και πάρα πολλά χρόνια έβραζαν καλά τα φύλλα και τα άνθη, πρόσθεταν λίγο ξύδι και το έπιναν για να γιατρευτούν από τον πονόλαιμο. Στην Κρήτη έλεγαν οι παλιοί ότι ο χυμός της Αντωνίδας θεραπεύει τον πόνο της αγάπης. Επίσης «Ανωνίδα» αποκαλούσαν την κοπελιά που είχε πολύ σγουρά και ανυπότακτα μαλλιά.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Η ρίζα του φυτού έχει δυσάρεστη οσμή και γεύση γλυκίζουσα και ναυτιώδη. Τα κύρια συστατικά του φυτού είναι διαλυτά σε νερό και οινόπνευμα. Η ρίζα περιέχει ένα αιθέριο έλαιο, ένα φλαβονικό γλυκοσίδιο, την ονονίνη, ονοκερίνη, ονονίδη και άλλες ενώσεις.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Το βότανο ανθίζει από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο.
Η ρίζα, τα φύλλα και τα άνθη που συλλέγονται όλες τις εποχές του χρόνου έχουν θεραπευτικές ιδιότητες.
Καλύτερο όμως είναι η συλλογή των ριζών να γίνεται Μάρτιο-Απρίλιο και Σεπτέμβριο – Οκτώβριο και η συλλογή των ανθέων από Ιούλιο έως Σεπτέμβριο.
Η αποξήρανση των ριζών θέλει ιδιαίτερη προσοχή να μην τοποθετείται σε υγρά μέρη. Το χρώμα των ριζών εξωτερικά πρέπει να είναι φαιό και εσωτερικά λευκό.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Το βότανο δρα ως διουρητικό, αποχρεμπτικό, διεγερτικό του μεταβολισμού και κατασταλτικό.
Η ικανότητά του να κάνει τα υγρά του σώματος να βγαίνουν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις όπως τα οιδήματα, οι νεφροπάθειες, οι ρευματισμοί και τα εντερικά προβλήματα. Το φυτό σε κάποιους έχει εξαιρετικά αποτελέσματα και σε κάποιους όχι. Αυτό μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι πρέπει να συλλέγεται και να αποξηραίνεται με μεγάλη προσοχή, διαφορετικά σημειώνεται μεγάλη απόκλιση στα συστατικά των πτητικών ελαίων που περιέχονται στο φυτό. Παράλληλα έχει σημασία ο τρόπος παρασκευής του βοτάνου.
Η ανωνίδα ακόμη βοηθά στη μείωση της αρτηριακής πίεσης, ελαττώνει την ευθραυστότητα των αγγείων και την αιμορραγία του αμφιβληστροειδή.
Χρησιμοποιείται ακόμη για προβλήματα αιμορροΐδων, γυναικολογικές αιμορραγίες, ιδιαίτερα στην περίοδο, ασθένειες του προστάτη και πονοκέφαλο.

Παρασκευή και δοσολογία:
Η ρίζα περιέχει ένα έλαιο το οποίο είναι αντιδιουρητικό και ένα αιθέριο έλαιο το οποίο είναι διουρητικό. Αν χρειαζόμαστε τη διουρητική δράση του βοτάνου τότε δεν το βράζουμε, αλλά το παρασκευάζουμε ως έγχυμα διαφορετικά το αιθέριο έλαιο καταστρέφεται και το βότανο δεν αποδίδει. Έτσι με το έγχυμα του φυτού βοηθούμε προβλήματα όπως την υδρωπικία, τη φλεγμονή των νεφρών και της ουροδόχου κύστης, τους ρευματισμούς και την χρόνιες δερματικές διαταραχές.
Από το φλοιό του φυτού παρασκευάζεται ως αφέψημα γίνεται ένα ρόφημα για τον βήχα.
Για να το παρασκευάσουμε ως έγχυμα ρίχνουμε ένα κουταλάκι του τσαγιού ξηρό βότανο σε ένα φλιτζάνι βραστό νερό το σκεπάζουμε και το αφήνουμε για 10 λεπτά. Αν θέλουμε να το παρασκευάσουμε ως αφέψημα βράζουμε 10-20 γραμμάρια του αποξηραμένου βοτάνου σε 300 γραμμάρια νερό για 10 - 15 λεπτά και πίνουμε ή κάνουμε γαργαρισμούς.
Για προβλήματα λίθων στους νεφρούς μπορεί να συνδυαστεί με σπόρους μάραθου που τους ρίχνουμε στο νερό μόλις σβήσουμε τη φωτιά και τους αφήνουμε για 5 λεπτά. Αν θέλουμε στο ρόφημα προσθέτουμε και λίγο μέλι.

Προφυλάξεις: Δεν επιτρέπεται η χρήση του από παιδιά.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα