Είναι βότανο γνωστό από την αρχαιότητα και ανήκει στην οικογένεια πλανταγινίδες, Στην Κρήτη συναντούμε τέσσερις ποικιλίες του βοτάνου που φέρουν το όνομα πεντάνευρο. Το Plantago lagopus L. το οποίο συναντούμε με τα ονόματα αρνόγλωσσο και μικρό πεντάνευρο, το Plantago lanceolata L. (Πλαντάγκο το λογχοειδές) το οποίο συναντούμε με το όνομα πεντάνευρο, το Plantago major L. (Πλαντάγκο το μείζον) το οποίο συναντούμε με τις ονομασίες πεντάνευρο ή επτάνευρο και το Plantago bellardii All. με κοινές ονομασίες ψυλλόχορτο, μαλιαρό πεντάνευρο. Υπάρχουν και άλλες ποικιλίες της οικογένειας πλανταγινίδες όπως το Plantago alfa L. (Plantago psyllium) που κοινή ονομασία του είναι βεντουρόχορτο, το Plantago weldenii Rechenb που κοινώς λέγεται περδικοπάτημα, κυπαρισσόχορτο ή κορακοπόδι.
Η ιστορία βέβαια της χρήσης του Πεντάνευρου για ιατρικούς σκοπούς φτάνει πολύ παλιά.
Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη, το βότανο θεράπευε τις δερματικές παθήσεις όπως, πληγές, καλόγηρους, κάρκαδα, άνθρακα και χοιράδες. Την πρώτη χιλιετία το φυτό ήταν γνωστό σε Άραβες, Πέρσες, Έλληνες και Ρωμαίους γιατρούς. Ο Ακιβέννας (980-1-37) στο βιβλίο του «Κανόνες της ιατρικής επιστήμης» συνιστούσε να παίρνουν φύλλα του Πεντάνευρου ως αντιαιμορραγικό μέσο στα πρηξίματα, σε χρόνια κακοήθη έλκη, φλεγμονές των ματιών, ασθένειες των νεφρών, του συκωτιού, των πνευμόνων και ρευματισμούς.
Στην Αμερική, οι ινδιάνοι γνώρισαν το φυτό από τους αποίκους του νέου κόσμου και του είχαν δώσει την ονομασία «πόδι του λευκού». Και αυτό γιατί οι άποικοι είχαν φέρει τον σπόρο από την Ευρώπη και οι άνδρες το κουβαλούσαν σε κάθε τους βήμα, μια και οι σπόροι του φυτού μεταφέρονταν στα γυρίσματα των παντελονιών τους.
Το βότανο περιέχει γλυκοσίδια, γλίσχρασμα, χλωρογονικό, πυριτικό και ουρσολικό οξύ.
Είναι πολύ κοινό σε ξερά εδάφη, τα αναχώματα και τις άκρες των δρόμων. Το συναντούμε όμως και σε βουρκώδη εδάφη και στάσιμα νερά.
Είναι πολυετής πόα που μπορεί να φτάσει το ανθικό της στέλεχος τα 60 εκατοστά. Το Plantago major L. είναι πολύ μεγαλύτερο από το plantago lanceolata και το plantαgo lagopus. Έχει τεράστια παράρριζα φύλλα, πλατιά, ωοειδή, ελλειψοειδή, με μακρύ μίσχο και 3 έως 11 νευρώσεις. Από το κέντρο του φυτού υψώνονται επιμήκεις ποδίσκοι που φέρουν κυλινδρικούς στάχυς με πολύ μικρά πρασινωπά άνθη. Φυτρώνει σε χαμηλό υψόμετρο. Ανθίζει από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο.
Για θεραπευτικούς λόγους χρησιμοποιούμε τα φύλλα ή τα αέρια μέρη του φυτού.
Το βότανο δρα ως αποχρεμπτικό, μαλακτικό, στυπτικό και διουρητικό. Έχει πολύ ενδιαφέρουσες θεραπευτικές ιδιότητες. Ενεργεί ως ήπιο αποχρεμπτικό, ενώ ταυτόχρονα καταπραΰνει τις φλεγμονώδεις και ερεθισμένες μεμβράνες. Είναι καλό για τον βήχα και την ήπια βρογχίτιδα. Η στυπτικότητά του το κάνει ωφέλιμο για την διάρροια, τις αιμορροΐδες και την κυστίτιδα όταν υπάρχει και αιμορραγία.
Παρασκευάζεται ως έγχυμα. Ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε 2 κουταλιές του τσαγιού ξηρό βότανο, το καλύπτουμε και το αφήνουμε 10 λεπτά. Σουρώνουμε και το πίνουμε τρεις φορές την ημέρα.
Τα φύλλα του P. Μajor και P. Lanceolata όταν τα χρησιμοποιούμε εξωτερικά είναι επουλωτικά για πληγές και ερεθισμούς. Τα φύλλα του P. lanceolata επίσης είναι ωφέλιμα στην αλλεργική ρινίτιδα ενώ τα φύλλα P. Major είναι καταλληλότερα για γαστρικές φλεγμονές. Από το P. Μajor τέλος μπορούμε να φτιάξουμε αλοιφή ωφέλιμη για πληγές, εγκαύματα και αιμορροΐδες.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα