Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι RUMEX acetosa (Ρούμεξ ο ξυνός).
Ανήκει στην οικογένεια των Πολυγονειδών. Συνώνυμα του βοτάνου είναι Acetosa pratensis, Oxalis vulgaris folilonga, Lapathum acetosa rotundifolia hortensis.
Στη χώρα μας συναντούμε τα είδη RUMEX obtusifolius (Σιδερολάπαθο), R. acetosela (Ξινήθρα, Οξαλίδα, Ξινάκι), R. aquaticus (Νερολάπαθο), R.pulcher (Κόπανο, Λάπαθο) με παρόμοιες θεραπευτικές ιδιότητες. Το συναντούμε ακόμη και με τις ονομασίες Ξινολάπαθο, Οξυλίδι, Ατσετόζα (Ζάκυνθο), Ολοπαθιά, Αγριολάπαθος. Είναι πολύ κοινό άκρες δρόμων, αμμώδεις αγρούς, σε λιβάδια, πεδινές και ορεινές περιοχές, όπου δεν υπάρχει ασβέστιο.
Είναι πολυετές φυτό που το ύψος του κυμαίνεται από 10 έως 30 εκατοστά. Φύλλα λογχοειδή-βελοειδή, με τις κάτω άκρες τους απλωτές ή ανορθωμένες. Άνθη μικρά, κοκκινωπά σε μακρύ πυκνό στάχυ. Υπάρχουν στάχυς αρσενικών ανθέων σε ένα φυτό και θηλυκών σε άλλο. Το Ξινολάπαθο είναι μια καλλιεργούμενη ποικιλία του κοινού Λάπαθου, αλλά με πιο πλατιά φύλλα.

Ιστορικά στοιχεία:
Το Ξινολάπαθο το χρησιμοποιούσαν πολύ οι γιατροί της αρχαιότητας. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει σαν «λάπαθον», «οξαλίδα» και «αναξυρίδα». Το συνιστούσε ψημένο «ως μαλάσσον την κοιλίαν». Συνιστούσε επίσης τα σπέρματα του φυτού, βραζόμενα με νερό ή κρασί κατά της δυσεντερίας και άλλων στομαχικών και κοιλιακών νοσημάτων. Τις ρίζες βρασμένες σε ξίδι και υπό μορφή καταπλάσματος τις συνιστούσε κατά της λέπρας, των λειχήνων και των «λεπρών ονύχων».
Στη λαϊκή ιατρική τα ξινά φύλλα του φυτού τα θεωρούσαν διουρητικά και αντισκορβουτικά. Τα χρησιμοποιούσαν κατά των χολικών και γαστρικών διαταραχών. Το αφέψημα του φυτού, το πρόσθεταν στον ζωμό βοδιού ή όρνιθας και έφτιαχναν ένα ρόφημα αποτελεσματικό για αναρρωνύοντες από κοιλιακές ενοχλήσεις. Χρησιμοποιούσαν επίσης τα φύλλα (ψημένα σε στάχτη και ανακατεμένα με ίσα μέρη λίπους) για έμπλαστρα σε δοθιήνες (καλόγερους) και άλλα σπυριά. Αρκετές φορές πρόσθεταν (σε ίσα μέρη πάντα) και κοπανισμένο λιναρόσπορο. Ο Burnet αναφέρει περιπτώσεις διογκώσεως γόνατος που τις θεράπευσε με Ξινίθρα ψημένη στη στάχτη. Την δίπλωσε πρώτα μέσα σε χαρτί βρεγμένο με νερό, την ανακάτωνε με στάχτη κοσκινισμένη και την έβαζε ζεστή πάνω στο γόνατο για αρκετές ημέρες.
Οι Desbois και Rochefort συνιστούσαν τον χυμό του φυτού κατά των διαλειπόντων πυρετών, σκέτο ή ανάμικτο με κίνα και «πικρά» φάρμακα, σε δόση τριών ποτηριών κατά το διάστημα της ανορεξίας σε ανθρώπους περισσότερο των 40 ετών. Ο Recamier αναφέρεται με ενθουσιασμό για τα αποτελέσματα του οπού του φυτού κατά της ακρωδυνίας. Με τον οπό αυτό στο νοσοκομείο de Laircine, όπως αναφέρει, θεραπεύτηκαν οι 500 από τους 700 που έπασχαν από αυτήν την αρρώστια.
Παλιότερα μαγειρευόταν και τρωγόταν ως λαχανικό, αλλά δεν είναι τόσο υγιεινό λόγω της υψηλής συγκέντρωσης οξαλικού οξέως το οποίο είναι ανθυγιεινό ιδίως για όσους υποφέρουν από ρευματισμούς.
Για να την διατηρούν και το χειμώνα την άφηναν σε ζεστό νερό για 4 ώρες και μετά την διατηρούσαν σε βάζο με πώμα.
Την χρησιμοποιούσαν επίσης κατά την βαφή των βαμβακερών, λινών και μεταξωτών κλωστών και υφασμάτων όταν ήθελαν να τα βάψουν κόκκινα.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Είναι φυτό άοσμο. Τα φύλλα είναι ξινά. Οι ρίζες είναι περισσότερο πικρές και στυφές, παρά ξινές.
Τα φύλλα περιέχουν μεγάλη ποσότητα οξαλικού καλίου, τρυγικό οξύ, γλίσχρασμα, άμυλο, μεγάλες ποσότητες βιταμίνης C, σιδήρου, μαγνησίου, ποσότητες καθαριστικών συστατικών όπως φώσφορο, θειάφι και άλλα που είναι απαραίτητα στον οργανισμό.
Ο ξινός χυμός του φυτού που βγαίνει με την πολτοποίηση των φύλλων σε γουδί, πήζει το γάλα. Τα φύλλα μέσα σε χορτόπιτες προσδίδουν μία ενδιαφέρουσα ελαφρά υπόξινη γεύση.

Άνθιση – χρησιμοποιούμενα μέρη - συλλογή:
Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται ρίζα, άνθη, φύλλα και σπέρματα του φυτού. Το φυτό ανθίζει Μάιο και Ιούνιο και οι σπόροι ωριμάζουν από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο. Άνθη και φύλλα συλλέγονται την εποχή της ανθοφορίας. Τα σπέρματα όταν ωριμάσουν και η ρίζα μαζεύεται το φθινόπωρο. Είναι όμως καλύτερα η ρίζα να χρησιμοποιείται φρέσκια και όχι ξερή.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Ο χυμός του βοτάνου χρησιμοποιείται για την αύξηση της περισταλτικότητας των αδρανών εντέρων. Η διουρητική του δράση βοηθά ενάντια στις πέτρες των νεφρών. Η περιεκτικότητά του σε οξαλικό κάλιο (στο φρέσκο λαχανικό) είναι μεγάλη. Αυτό είναι πολύτιμο στοιχείο για διουρητικό βότανο, διότι έτσι αυτόματα αναπληρώνει το κάλιο του χάνεται με τα ούρα.
Τα φύλλα του φυτού χρησιμοποιούνται σαν βιταμινούχο, βακτηριοκτόνο, δυναμωτικό, αντιφλεγμονώδες, αιμοποιητικό, χολαγωγό, ορεκτικό και αντισκορβουτικό μέσο. Το σύνολο των συστατικών του βοτάνου το κάνει χρήσιμο για την κανονική λειτουργία των ενδοκρινών αδένων του οργανισμού.
Το αφέψημα του φυτού λαμβάνεται εσωτερικά για αιμοπτύσεις και αλλεργίες. Με έγχυμα του φυτού γίνονται γαργάρες στις φλεγμονές της στοματικής κοιλότητας, αμυγδαλίτιδα. Επίσης με αυτό γίνονται και κομπρέσες, μπάνια ή πλύσεις στη φαγούρα δέρματος και σπυριά.
Στην ομοιοπαθητική χρησιμοποιούν ένα βάμμα από νωπά φύλλα εναντίον των βρογχίτιδων. Το χρησιμοποιούν επίσης για περιπτώσεις ιγμορίτιδας και καταρροής, διάρροιας και άλλων στομαχικών και εντερικών προβλημάτων.

Παρασκευή και δοσολογία:
Το έγχυμα του βοτάνου παρασκευάζεται ως εξής. Ρίχνουμε σε ένα κουτάλι του φαγητού ξηρό βότανο, ένα φλιτζάνι βραστό νερό και το αφήνουμε σκεπασμένο για 60 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε ¼ του φλιτζανιού, 3 φορές την ημέρα, πριν το φαγητό. Ο χυμός του Ξινολάπαθου, παίρνεται από 1 κουτάλι του φαγητού, 3 φορές την ημέρα, πριν το φαγητό, με λίγο νερό.

Προφυλάξεις:
Η υπερβολική χρήση του φυτού μπορεί να επιφέρει διαταραχές στον μεταβολισμό των αλάτων στον οργανισμό και τη λειτουργία των νεφρών, κατακράτηση ούρων, διαταραχές του νευρικού συστήματος και ελάττωση της πηκτικότητας του αίματος.
Αντενδείκνυται για πέτρες στη χολή. Είναι απαραίτητο η χρήση του να περιορίζεται στις γαστροεντερικές ασθένειες, γαστρίτιδα με αυξημένη οξύτητα και έλκη στομάχου.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα