Η λατινική του ονομασία είναι Thymus vulgaris (Θύμος ο κοινός). Στη χώρα μας συναντούμε τον Θύμο τον κεφαλωτό (T. Capitalus) ενώ στη Δυτική Μεσόγειο το κοινό θυμάρι είναι καλλιεργημένη μορφή του άγριου θυμαριού. Ο Πλίνιος από την αρχαιότητα το συνιστούσε ως αντίδοτο για τα δαγκώματα των φιδιών, το δηλητήριο των «θαλάσσιων όντων» και τον πονοκέφαλο.
Τα μέρη του θυμαριού που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς είναι τα φύλλα και οι ανθοφόρες κορφές που συλλέγονται από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο, σε ξηρή και ηλιόλουστη ημέρα. Αφαιρούμε τα φύλλα από τα ξερά κλαδιά.
Το Θυμάρι περιέχει πάνω από 1% πτητικό έλαιο (περιέχει θυμόλη, καρβακρόλη, κυμόλη, λιναλόλη, βορνεόλη), πικρά στοιχεία , τανίνη, φλαβονοειδή και τερπενοειδή. Δρα ως άφυσο, αντιμικροβιακό, αντισπασμωδικό, αποχρεμπτικό, στυπτικό και ανθελμινθικό. Λόγω της υψηλής περιεκτικότητας του σε πτητικό έλαιο, είναι πολύ καλό άφυσο για περιπτώσεις δυσπεψίας και νωθρής πέψης. Το έλαιο αυτό είναι επίσης μια ισχυρή αντισηπτική ουσία. Εξωτερικά χρησιμοποιείται σαν λοσιόν για μολυσμένα τραύματα αλλά και εσωτερικά για αναπνευστικές και πεπτικές λοιμώξεις.
Χρησιμοποιείται ακόμα για γαργαρισμούς στη λαρυγγίτιδα και αμυγδαλίτιδα καταπραΰνοντας τον ερεθισμένο λαιμό και τον ερεθιστικό βήχα. Κάνει πολύ καλό στο βήχα γιατί προκαλεί απόχρεμψη και μειώνει τους περιττούς σπασμούς.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη βρογχίτιδα, τον κοκκύτη και το άσθμα. Λόγω της ήπιας στυπτικής του δράσης είναι χρήσιμο στην παιδική διάρροια και τη νυχτερινή ενούρηση.
Παρασκευάζεται ως έγχυμα. Ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε δύο κουταλιές του τσαγιού ξηρό βότανο και το αφήνουμε 10 λεπτά. Το ρόφημα πίνεται τρεις φορές την ημέρα.
Σε περίπτωση εγκυμοσύνης αποφεύγουμε τις θεραπευτικές δόσεις θυμαριού και θυμέλαιου γιατί το βότανο είναι διεγερτικό της μήτρας. Επίσης το θυμέλαιο μπορεί να ερεθίσει τους βλεννογόνους για αυτό πρέπει να το αραιώνετε πάντα καλά.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα