Η λατινική του ονομασία είναι Tussilago farfara (βήχιο το σιτόφυγο) που σημαίνει, διώκτης του βήχα και το συναντούμε στη χώρα μας με τα ονόματα χαμολεύκα, βηκιό, βήχανη, γλυκομάννα τουσιλάγκο. Ανήκει στην οικογένεια των συνθέτων και το συναντούμε σε Ευρώπη και βόρειο Ασία. Είναι ένα πολυετές φυτό που έχει χοντρό ρίζωμα από το οποίο βγαίνουν την άνοιξη τριχωτοί ανθικοί βλαστοί, λεπιοειδείς, με ένα κεφάλι με κίτρινα γλωσσοειδή ανθίδια, αρσενικά στο κέντρο και θηλυκά στις άκρες. Τα φύλλα βγαίνουν μετά την άνθιση (για τον λόγο στα λατινικά ονομαζόταν και “filius ante patem” που σημαίνει – ο γιος πριν τον πατέρα) αυτό και είναι βαμβακώδη στο κάτω μέρος. Ο καρπός έχει την μορφή λευκού λοφίου και μοιάζει αμυδρά με ίχνος ποδιού γαιδάρου. Βγαίνει σε δροσερά και υγρά αργιλοασβεστώδη εδάφη.
Ο Έλληνας γιατρός Διοσκουρίδης συνιστούσε την εισπνοή του καπνού του βήχιου για τον βήχα και το άσθμα.
Ο Πλίνιος (23-79 μ.Χ) συνιστούσε κάπνισμα των φύλλων και ρίζας του φυτού πάνω σε κάρβουνα Πεύκου και την αναπνοή τους ως θεραπεία για τον βήχα.
το Ακόμη και σήμερα τα τσιγάρα από βότανα περιέχουν Βήχιο.
Ο Ιπποκράτης καθάριζε με το αφέψημα του βοτάνου τα πυώδη τραύματα. Αυτό δεν ήταν βέβαια τυχαίο. Τα φύλλα του φυτού περιέχουν μεγάλη ποσότητα ψευδαργύρου, πράγμα που εξηγεί την δυνατότητα επούλωσης που έχουν.
Στην κινέζικη ιατρική χρησιμοποιούνται τα άνθη του φυτού, που ονομάζονται Kuan dong hua, για να βοηθήσουν σε περιπτώσεις χρόνιου βήχα με άφθονο φλέγμα και για να χαμηλώσουν το κι (ενέργεια) των πνευμόνων.
Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα άνθη και τα φύλλα. Τα άνθη συλλέγονται πριν ανοίξουν εντελώς (από τέλη Φεβρουαρίου έως τον Απρίλιο) ενώ τα φύλλα συλλέγονται Μάιο και Ιούνιο.
Τα κόβουμε σε μικρά κομμάτια τα ξηραίνουμε και τα αποθηκεύουμε. Τα φρέσκα φύλλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέχρι το φθινόπωρο. Τα άνθη περιέχουν βλεννίνη, φλαβονοειδή, ταραξανθίνη, αρνιδιόλη και φαραδιόλη, τανίνη και αιθέριο έλαιο. Τα φύλλα περιέχουν βλεννίνη, άφθονη τανίνη, γλυκοσιδικό πικρό στοιχείο, ινουλίνη, σιτοστερόλη και ψευδάργυρο.
Το Βήχιο δρα ως αποχρεμπτικό, μαλακτικό, αντιβηχικό, αντικαταρροϊκό και διουρητικό.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για χρόνια ή οξεία βρογχίτιδα, ερεθιστικό βήχα, κοκκύτη και άσθμα. Η καταπραϋντική αποχρεμπτική του δράση το κάνει χρήσιμο στα περισσότερα προβλήματα του αναπνευστικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των χρόνιων μορφών εμφυσήματος. Σαν ήπιο διουρητικό έχει χρησιμοποιηθεί για την κυστίτιδα. Τα φρέσκα χτυπημένα φύλλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν εξωτερικά για δοθιήνες, αποστήματα και πυώδη έλκη. Σε σκόνη χρησιμοποιείται για τα δερματικά έλκη και σε βάμμα για τους πονόδοντους, τους ρευματικού και αρθρικούς πόνους. Τα τρυφερά φύλλα του τρώγονται ωμά σε σαλάτα με συνοδεία άλλων χόρτων ή βραστά.
Για τον βήχα μπορεί να συνδυασθεί με Μαρρούβιο και Βερμπάσκο. Παρασκευάζεται ως έγχυμα. Ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε 1-2 κουταλιές του τσαγιού ξηρά άνθη ή φύλλα και το αφήνουμε για 10 λεπτά. Το ρόφημα το πίνουμε τρεις φορές την ημέρα όσο πιο ζεστό γίνεται.
Το βάμμα που χορηγείται για τον χρόνιο ή τον επίμονο βήχα συνδυάζεται καλά με το θυμάρι και την ινούλα.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα