Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Vitex agnus-castus (Βίτεξ ο αγνός) και στη χώρα μας το συναντούμε με τις ονομασίες λυγαριά, λυγιά, αγνιά, καναπίτσα, λύγος, άγρια λεβάντα, αγνός, αλυγαριά. Ανήκει στην οικογένεια Βερβενίδες.
Είναι μικρό δέντρο που μπορεί να φτάσει τα 6 μέτρα. Συχνά απαντάται και ως θάμνος. Είναι φυλλοβόλο και έχει ανθοταξίες με αρωματικά λιλά άνθη, τα οποία φέρουν μικρούς καρπούς που σε μέγεθος και εμφάνιση μοιάζουν πολύ με τους κόκκους του μαυροπίπερου. Έχει φύλλα αντίθετα, μακρόμισχα, παλαμοσχιδή με 5-7 τμήματα γραμμοειδή έως λογχοειδή. Η άνθιση αρχίζει από τον Ιούλιο και κρατά μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Εμφανίζεται σε υγρότοπους, όχθες ρυακιών και ρεμάτων σε χαμηλό υψόμετρο.
Η λυγαριά είναι γνωστή εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ο Οδυσσέας με τα ευλύγιστα κλαδιά της λυγαριάς έδεσε τους συντρόφους του κάτω από την κοιλιά των προβάτων για να τους βγάλει έξω από το σπήλαιο του κύκλωπα Πολύφημου. Οι βέργες της χρησιμοποιούνται από τότε για την κατασκευή καλαθιών και κοφινιών. Ο Διοσκουρίδης είχε επισημάνει τις μαλακτικές ιδιότητες των σπόρων της.
Η ονομασία Castus (αγνή) οφείλεται στην επίδραση που έχει το φυτό στη λίμπιντο. Οι αρχαίοι έλληνες είχαν επισημάνει από τότε την δυνατότητα του βοτάνου να κατευνάζει τις σεξουαλικές ορμές και τον ερεθισμό των γεννητικών οργάνων. Κατά τη διάρκεια των Θερμοφορείων, οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν τα κλαδιά της λυγαριάς ως κρεβάτι για να προστατεύσουν την αγνότητά τους, απομακρύνοντας με τον τρόπο αυτό κάθε σεξουαλική επιθυμία ή σκέψη. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από τους μοναχούς στα μοναστήρια. Εκεί έτρωγαν τον καρπό της λυγαριάς σε γλυκίσματα, για να βοηθηθούν οι καλόγεροι να τηρήσουν τον όρκο αγνότητας που είχαν πάρει. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού η ονομασία του βοτάνου στα αγγλικά είναι monk’s pepper (πιπέρι του μοναχού).
Το βότανο περιέχει αλκαλοειδή (βικιτίνη), πικρό παράγοντα (καστίνη), φλαβονοειδή (καστικίνη), ιριδοειδείς γλυκοζίτες (ωκυβίνη) και αιθέριο έλαιο.
Οι σπόροι της λυγαριάς θεραπευτικά, έχουν την ικανότητα να εξομαλύνουν την ορμονική λειτουργία των αναπαραγωγικών οργάνων. Δεν επιδρούν απ’ ευθείας στα αναπαραγωγικά όργανα, αλλά στον υποθάλαμο και την υπόφυση, που θα λέγαμε ότι είναι τα κέντρα ελέγχου των ορμονών αυτών. Οι καρποί αναστέλλουν την ορμόνη προλακτίνη και βελτιώνουν την ισορροπία μεταξύ προγεστερόνης και οιστρογόνων, σε περιπτώσεις όπου τα επίπεδα προγεστερόνης είναι χαμηλά. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι ο καρπός είναι ωφέλιμος σε περιπτώσεις ανδρικής σεξουαλικής ανικανότητας, που οφείλεται σε υψηλά επίπεδα προλακτίνης. Η λυγαριά είναι αποτελεσματική σε περιπτώσεις προεμμηνορροϊκού συνδρόμου, ειδικά όταν συνοδεύεται από συμπτώματα όπως το πρήξιμο των μαστών. Δεν είναι το ίδιο αποτελεσματική όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως βουλιμία, πονοκέφαλοι και ζαλάδες. Επίσης ρυθμίζει τον κύκλο της εμμηνορρυσίας όταν είναι πολύ μεγάλος ή πολύ σύντομος. Ανακουφίζει από τους πόνους της εμμηνορρυσίας εφ’ όσον έχει προηγηθεί το προεμμηνορροϊκό σύνδρομο. Συνήθως απαιτούνται τρεις κύκλοι για να φανούν τα αποτελέσματα της θεραπείας με λυγαριά. Είναι ωφέλιμη για γυναίκες που προσπαθούν να σταματήσουν το αντισυλληπτικό χάπι ή τη θεραπεία αποκατάστασης ορμονών.
Το βότανο λαμβάνεται εσωτερικά υπό μορφή αφεψήματος ή βάμματος σε περιπτώσεις αμηνόρροιας (που οφείλεται σε υψηλά επίπεδα προλακτόνης), ακμή (σε άνδρες και γυναίκες), καλοήθεις διαταραχές του μαστού (ινοαδένωμα, κύστες), ενδομητρίωση, αυξημένη ροή αίματος κατά την εμμηνορρυσία, πόνοι κατά την εμμηνορρυσία, επιλόχειο κατάθλιψη, πρήξιμο των μαστών κατά την εμμηνορρυσία, προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, καλοήθη υπερπλασία του προστάτη, και ινομυώματα. Τέλος βελτιώνει την γαλακτοφορία κατά τον θηλασμό. Το έγχυμα των φύλλων της λυγαριάς δρα ως στυπτικό εναντίον της διάρροιας. Τέλος σπόροι και φύλλα σε έγχυμα επιφέρουν ηρεμία και ύπνο σε όσους υποφέρουν από άγχος και αϋπνία.
Την λυγαριά δεν πρέπει να την λαμβάνουμε παράλληλα με φαρμακευτική αγωγή για τις ορμόνες και πρέπει να την αποφεύγουμε κατά την κύηση.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα