Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Dryopteris filix-mas (Νεφρίδιο η αρρενοπτέρις). Ανήκει στην οικογένεια των Πτεριδιδών. Στη χώρα μας το συναντούμε με τις ονομασίες αρρενοπτέρις, φτέρη, φτέρα, νεφρίδιο, νεφρόδιο, κλαπατσοβότανο.
Φύεται σε όλη την Ευρώπη. Είναι πολύ κοινό μέσα στα δάση.
Είναι πολύ γνωστή φτέρη. Φυτό ποώδες και πολύχρονο. Φυτρώνει πάντα σε σκιερά και δροσερά μέρη, σε πλαγιές και πρόποδες βουνών.
Εύρωστη, φτάνει σε ύψος τα 120 εκατοστά. Φύλλα μεγάλα, λογχοειδή, πτεροειδή, που βγαίνουν απ’ ευθείας από τη βάση και μπορούν να φτάσουν με μήκος τα 150 εκατοστά.. Ο μίσχος είναι σκεπασμένος με τρίχες. Το κάτω μέρος των φύλλων έχει πολλά σποροθυλάκια, φαιόχροα, πάνω σε δύο γραμμές. Οι σπόροι ωριμάζουν από Αύγουστο μέχρι Νοέμβριο. Όταν η μεμβράνη που τους καλύπτει μαραθεί απελευθερώνονται στο περιβάλλον και έτσι πολλαπλασιάζεται.
Οι φουντωτοί φυλλοφόροι βλαστοί μένουν πράσινοι μόνο σε ήπιους χειμώνες. Γενικώς νέοι ρόζοι ξεφυτρώνουν από το ρίζωμα κάθε χρόνο. Έχει ρίζα οριζόντιο, με κονδύλους μακρουλούς, που αποτελούνται από το μόνιμο μέρος παλαιών φύλλων. Δεν είναι τέλειο φυτό, γιατί δεν έχει άνθη.
Με το κοινό όνομα φτέρη είναι γνωστά κοινώς διάφορα φυτά που ανήκουν στην οικογένεια των Πτεριδιδών (Filicinae). Το γνωστότερο από αυτά είναι το Πτερίδιον το αέτειον (Pteridium aquilinum), συνηθισμένο αυτοφυές στην Ελλάδα, μοναδικό γένος του είδους Πτερίδιον (Pteridium) της οικογένειας Υπολεπιδίδες (Hypolepidaceae) . Η εν λόγω οικογένεια παλαιότερα συγκροτούσε, μαζί με άλλες οικογένειες, μία ενιαία οικογένεια, με το όνομα Πολυποδιίδες (Polypodiaceae). Η εξάπλωσή της ποικίλλει από τις παραθαλάσσιες ως τις ορεινές περιοχές. Το Πτερίδειον το αέτιον το συναντούμε με τις ονομασίες βλάχλα, βράχλα, φτέρα, φτέργα, φτεριά, φτερίδα, φτεριτσά, φτερίτσι. Οι αρχαίοι το ονόμαζαν βλήχνον, βλήχρον, πτέριον ή πτέρις. Στο παρελθόν έχει χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή ποτάσας, επειδή έχει υψηλή περιεκτικότητα σε κάλιο.
Άλλα είδη είναι το Αθύριον η θηλύπτερις (Athyrium filix-femina) , σπάνιο είδος, φύεται σε σκιερά μέρη και καλλιεργείται ως καλλωπιστικό. Η Δρυόπτερις η βιλλάρειος . Το υποείδος ωχρά (Dryopteris villarii ssp. pallida) φύεται σε ορεινές περιοχές στην Ελλάδα, συνήθως κοντά σε βράχους.. Η Νεφρολεπίς η εξοχότατη (Nephrolepis exaltata). Το είδος αυτό ανήκει στο τροπικό και υποτροπικό γένος Νεφρολεπίς και το καλλιεργούν σε αυλές και κήπους.. Η Πτέρις η κρητική (Pteris cretica), του γένους πτέρις, αυτοφυής αλλά σπανιότατη στην Ελλάδα. Το είδος αυτό καλλιεργείται σπανιότερα.

Ιστορικά στοιχεία:
Η αρρενοπτέρις ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες. Ο Θεόφραστος την μνημονεύει στα έργα του. Ο Διοσκουρίδης και ο Πλίνιος, περιγράφουν το φυτό και τον τρόπο χρησιμοποίησης του.
Ήταν βότανο γνωστό και στην κινέζικη παραδοσιακή ιατρική για τις ανθελμινθικές του ιδιότητες.

Εδώ και εκατονταετίες το χρησιμοποιούσαν στη λαϊκή ιατρική. Ξέθαβαν τα ριζώματα και τα έκαναν ένα πολύ αποτελεσματικό θεραπευτικό για τα σκουλήκια των εντέρων.
Το αφέψημα του φυτού το έβαζαν πάνω σε πυορροούσες πληγές, έλκη και κιρσούς.
Το βραστάρι της ρίζας το χρησιμοποιούσαν ακόμη σε αρθρίτιδες και ρευματισμούς. Κύρια έκαναν ποδόλουτρα.
Από την ρίζα εξάγεται ένα αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιούσαν κατά της κλαπάτσας των μηρυκαστικών. Για τον λόγο αυτό έχει και την ονομασία κλαπατσοβότανο.
Το χρησιμοποιούσαν επίσης εναντίων των ψειρών. Στις φωλιές των κλωσών, έβαζαν μερικά φύλλα φτέρας ανάμεσα στα άχυρα για να απαλλάσσεται η φωλιά από τις ψείρες όσο καιρό η κότα κλωσούσε τα αυγά της.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Είναι πικρό χόρτο με δυσάρεστη γεύση. Το βότανο περιέχει φιλικίνη, που αποτελείται από ένα αριθμό δραστικές ενώσεις: Την ασπιδινόλη, την αλμπασπιδίνη, τη φλορασπίνη και το φιλικινικό οξύ. Περιέχει ακόνη αιθέριο έλαιο, λιπαρή ουσία, γαλλικό οξύ, τανίνη, οξεϊκό οξύ, ζάχαρη, άμυλο, λευκωματώδη ουσία, κυτταρίνη.

Άνθιση – χρησιμοποιούμενα μέρη - συλλογή:
Το φυτό καρποφορεί από Ιούνιο μέχρι Σεπτέμβριο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιείται το ρίζωμά του που συλλέγεται Σεπτέμβριο και Οκτώβριο. Και τα φύλλα του όμως είναι αποτελεσματικά εναντίον των παρασίτων.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Η αρρενοπτέρις είναι τοξική και ανθελμινθική. Ασκεί ειδική επίδραση πάνω στις διάφορες ταινίες (σκουλήκια του πεπτικού) τις οποίες παραλύει χωρίς να τις σκοτώνει. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο η λήψη του βοτάνου να συνδυάζεται με ένα αποτελεσματικό καθαρτικό, για να επισπευσθεί η αποβολή του παρασίτου από τα έντερα.
Εσωτερικά χρησιμοποιείται για όλα τα παράσιτα των εντέρων, κύστεις συκωτιού, εσωτερική αιμορραγία, αιματουρία, παρωτίτιδα και ασθένειες με πυρετό (κρυολογήματα, γρίπη, ιλαρά, πνευμονία, μηνιγγίτιδα κ.α.). Οι δόσεις για τα σκουλήκια των εντέρων είναι επικίνδυνες. Για να αποφύγουμε την δηλητηρίαση συνδυάζουμε το σκεύασμα με κάποιο αλατούχο καθαρτικό, όπως θειικό μαγνήσιο γιατί είναι απαραίτητο το φάρμακο να αποβληθεί δύο ώρες μετά την λήψη του.
Έχει αντιαιμορραγική και αντιπυρετική δράση. Μαλακώνει τον πόνο και ελαττώνει τις φλεγμονές.
Εξωτερικά το βότανο χρησιμοποιείται σε κομπρέσες και πλυσίματα στα πυώδη σπυριά, καλόγερους και πληγές. Με την σκόνη των στεγνωμένων ριζών καλύπτονται μολυσμένες πληγές και υγρά έλκη.

Παρασκευή και δοσολογία:
Η σκόνη της ρίζας παρασκευάζεται ως αφέψημα.
Βράζουμε σε ένα φλιτζάνι νερό, ένα κουταλάκι του τσαγιού από την σκόνη της ρίζας, για 1-2 λεπτά. Το αφήνουμε σκεπασμένο για 15 λεπτά, το σουρώνουμε και το πίνουμε σε δύο δόσεις συνδυασμένο με το κατάλληλο καθαρτικό.

Προφυλάξεις:
Απαιτείται μεγάλη προσοχή στη χρήση του φυτού. Μικρές δόσεις δεν έχουν κανένα όφελος. Μεγάλες δόσεις όμως είναι επικίνδυνες για τον ασθενή. Η υπερβολική δόση μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα όπως ναυτία, εμετό, παραλήρημα, τύφλωση, δυσκολίες στην αναπνοή μέχρι και καρδιακή ανακοπή.
Οι έγκυες, τα παιδιά και όσοι έχουν ηπατικά προβλήματα απαγορεύεται να το χρησιμοποιούν.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα νέα