Βιότοπος – περιγραφή:
Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Apium graveolens (Άπιον το βαρύοσμον). Ανήκει στην οικογένεια των σκιαδοφόρων. Το συναντούμε με τις ονομασίες Σέλινο, Αγριοσέλινο, Ημεροσέλινο, Εχειοσέλινο και Κερεβύζι.
Φυτρώνει σε όλες τις Ηπείρους στις εύκρατες και υποτροπικές περιοχές. Είναι διετές φυτό το οποίο φτάνει σε ύψος από 30 – 100 εκατοστά και έχει χαρακτηριστική οσμή. Τα φύλλα του είναι πτεροειδή, γυαλιστερά, σκουροπράσινα και μοιάζουν με τα φύλλα του καλλιεργούμενου σέλινου. Τα άνθη του είναι λευκά, σε χαλαρά σκιάδια, μασχαλιαία και επάκρια.
Για την καλλιέργεια του χρειάζεται εύφορο έδαφος και ευήλια έως ημισκιερά μέρη. Καλλιεργείται για ένα χρόνο με σπόρο ή καταβολάδες.

Ιστορικά στοιχεία:
Το Σέλινο το εκτιμούσαν πολύ οι αρχαίοι Έλληνες. Γνώριζαν από την εποχή εκείνη τις αντιμεθυστικές του ιδιότητες και για τον λόγο αυτό οι συνδαιτυμόνες στεφάνωναν με σέλινο τα κεφάλια τους ώστε να μην μεθάνε. Το χρησιμοποιούσαν επίσης για να φτιάχνουν τα στεφάνια των νικητών στη Νεμέα και τα Ίσθμια.
Είναι από τα πρώτα αρωματικά βότανα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος.
Αναγνωρίστηκε στις πινακίδες της Γραμμικής Β. Ο οικισμός του Καστανά (εποχής του σιδήρου) μας παρέχει μαρτυρίες για τη χρήση του. Ο Όμηρος στη Ιλιάδα, μας πληροφορεί ότι με αγριοσέλινο γιάτρεψε ο Αχιλλέας τα πανέμορφα άλογά του. Ήταν γνωστό στην αρχαία Αίγυπτο. Απομεινάρια του βρέθηκαν στον τάφο του Τουταγχαμών (1370 π.Χ.).
Ο Θεόκλιτος το ονομάζει «ζαχαρωμένον σέλινον» ενώ ο Ιπποκράτης συνιστούσε το Σέλινο στους ασθενείς του που είχαν νευρολογικά προβλήματα.
Στη λαϊκή ιατρική το χρησιμοποιούσαν οι χωρικοί εναντίον των ρευματισμών και της αρθρίτιδας. Χρησιμοποιούσαν επίσης το αφέψημα του, μαζί με γάλα γαϊδούρας ή αγελάδας για την αντιμετώπιση του πνευμονικού κατάρρου και του βρογχικού άσθματος. Οι γυναίκες στα χωριά παρασκεύαζαν με τα φύλλα και ξύγκι, καταπλάσματα κατά των αποστημάτων των μαστών από γαλακτικές αποφράξεις. Πρόσθετα σε στα καταπλάσματα και κοπανισμένους σπόρους σέλινου και λίγο δυόσμο. Στην περιοχή της Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης χρησιμοποιούσαν τα κοπανισμένα φύλλα με αλάτι και ξύδι για τη θεραπεία της ψώρας. Σύγχρονες έρευνες που έγιναν σε Γερμανία και Κίνα, αναφέρουν ότι τα αιθέρια έλαια που περιέχουν οι σπόροι του Σέλινου ασκούν ισχυρή ηρεμιστική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Ο Κασσιανός Βάσσος στα «Γεωπονικά» του, τονίζει ότι «το σέλινο όταν τρώγεται κάνει τις γυναίκες πιο φιλήδονες». Οι αφροδισιακές ιδιότητες όμως που του έχουν αποδώσει - επειδή περιέχει ανδροστερόνη (στεροειδές που υπάρχει σε άνδρες και γυναίκες και το οποίο είναι η πρώτη θηλαστική φερορμόνη που αναγνωρίστηκε - είναι μάλλον αμφισβητήσιμες.

Συστατικά-χαρακτήρας:
Το Σέλινο έχει οσμή αρωματική, γεύση δηκτική και τα συστατικά είναι περίπου όμοια με του καλλιεργούμενου. Περιέχει αιθέριο έλαιο με λεμονίνη και απιόλη, φλαβονοειδή γλυκοσίδια, μία φουρανοκουμαρίνη (βεργαπτένη), απιόνη, ελαιώδη ρητίνη, μέταλλα (νιτρικό κάλιο σε σημαντική ποσότητα και υδροχλωρικό κάλιο), βιταμίνη Β,C και Ε. Ιδιαίτερα η ρίζα περιέχει χολίνη, άμυλο και φυτικές κόλλες.

Άνθιση – συλλογή – χρησιμοποιούμενα μέρη:
Τα άνθη του βγαίνουν από Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο. Χρησιμοποιούνται τα φύλλα, οι ρίζες και οι σπόροι. Οι ρίζες πρέπει να συλλέγονται τον δεύτερο χρόνο, γιατί είναι πλουσιότερες σε θεραπευτικά συστατικά από τις ρίζες του πρώτου χρόνου. Με την αποξήρανση χάνουν τη βαριά οσμή. Τα φύλλα χρησιμοποιούνται νωπά ενώ οι σπόροι πάντοτε ώριμοι.
Τα φύλλα, ο βολβός και οι σπόροι είναι ιδιαίτερα πικάντικα και ελαφρώς γλυκά. Στο εμπόριο διατίθεται και αλάτι (από φύλλα ή σπόρους), ολόκληροι βολβοί, καθώς και φύλλα ή κομμάτια της σελινόρριζας. Για σούπες αφήνουμε τα φύλλα και τους βολβούς ολόκληρα να μαγειρευτούν μαζί με το φαγητό. Για μπαχαρικά μίγματα λιανίζουμε τα αποξηραμένα φύλλα ή αλέθουμε τους σπόρους. Σαν μπαχαρικό το χρησιμοποιούμε για ζωμούς κρέατος, σάλτσες για κρέας, φαγητά κατσαρόλας και σούπες. Η σελινόρριζα μπορεί να μαγειρευτεί και να καταναλωθεί ως λαχανικό ή σαλατικό.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις:
Το βότανο είναι διουρητικό, διαλυτικό, αποχρεμπτικό, τονωτικό, διεγερτικό και αντιπυρετικό.
Επιδρά στα νεφρά και την ουροδόχο κύστη. Οι σπόροι του έχουν δράση αντιρρευματική, διουρητική, άφυση και ηρεμιστική. Τους χρησιμοποιούμε για θεραπεία ρευματισμών, αρθρίτιδας και ουρικής αρθρίτιδας. Είναι ευεργετικοί στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, όταν συνδέεται με κατάθλιψη. Λόγω της διουρητικής τους δράσης βοηθά στις ρευματικές καταστάσεις αλλά χρησιμοποιούνται επίσης σαν αντισηπτικό του ουροποιητικού συστήματος, κυρίως λόγω της απιόλης που περιέχεται στο πτητικό έλαιο. Ο χυμός των φύλλων θεωρείται άριστο φάρμακο για γαργαρισμούς.
Στην ομοιοπαθητική χρησιμοποιούν ένα βάμμα που εξάγεται από τους ώριμους σπόρους, εναντίον της κατακράτησης ούρων και της αρθρίτιδας.

Παρασκευή και δοσολογία:
Το αφέψημα των ριζών παρασκευάζεται σε αναλογία 30-60 γραμμάρια για ένα λίτρο νερό (για εσωτερική χρήση) και 50 -100 γραμμάρια για ένα λίτρο νερό (για εξωτερική χρήση). Το αφέψημα των σπόρων γίνεται βράζοντας για ένα λεπτό ένα κουταλάκι του τσαγιού με σπόρους σε ένα ποτήρι νερό. Στη συνέχεια σβήνουμε τη φωτιά και το σκεπάζουμε για 30 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε μισό ποτήρι, τρεις φορές την ημέρα πριν το φαγητό.

Προφυλάξεις:
Οι σπόροι που πουλιούνται για καλλιέργεια μπορεί να είναι εμποτισμένοι με φυτοφάρμακα και καλό είναι να μην τους χρησιμοποιούμε για φαρμακευτικούς λόγους.
Το βότανο προκαλεί συσπάσεις στη μήτρα και έχει αναφερθεί ότι προκαλεί αποβολή στα ζώα. Γενικά καλό είναι αποφεύγουμε τη φαρμακευτική του χρήση (το έλαιο και τις μεγάλες δόσεις των σπόρων) κατά τη διάρκεια της κύησης. Η μπερκαπτένη που περιέχουν οι σπόροι μπορεί να αυξήσει την φωτοευαισθησία και δεν χρησιμοποιούμε το αιθέριο έλαιο εξωτερικά σε δυνατό ήλιο.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα