Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Hedera helix L. (Χέδερα η έλιξ). Είναι πολυετές φυτό που μπορούμε να συναντήσουμε παντού. Στην πόλη, σε δάση στους βράχους, σε τοίχους. Αειθαλές, ξυλώδες, αναρριχώμενο, μερικές φορές φτάνει τα 20 μέτρα. Οι πλαγιοφυείς ρίζες του, έχουν σχήμα γάντζου και του επιτρέπουν να προσκολλάται σε οποιοδήποτε υπόστρωμα. Στο έδαφος, σε τοίχους και σε δέντρα. Τα φύλλα του είναι δερματώδη, γυαλιστερά με 3-5 λοβούς. Έχουν χρώμα σκούρο πράσινο στην πάνω επιφάνεια και ωχρό πράσινο στην κάτω, ενώ ο βλαστός του είναι χνουδωτός. Τα άνθη του είναι μικρά σε πρασινοκίτρινο χρώμα και εμφανίζονται το φθινόπωρο. Στη συνέχεια ακολουθούν οι μικροί μαύροι στρογγυλοί και ζουμεροί καρποί που ωριμάζουν τον χειμώνα. Ο Κισσός φτάνει τα 100 χρόνια και υπολογίζεται ότι η ύπαρξή του ανέρχεται σε περισσότερα από 60 εκατομμύρια χρόνια. Ο Κισσός όπως αναφέρει η μυθολογία εθεωρείτο σύμβολο αθανασίας και ήταν αφιερωμένος στον Διόνυσο. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι προλάμβανε τις δηλητηριάσεις. Στεφάνι ανθέων Κισσού χρησιμοποιούσαν στους γάμους στην αρχαία Ελλάδα, ως σύμβολο πίστης. Αυτό καταργήθηκε στη συνέχεια από την Χριστιανική εκκλησία. Στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσε επίσης μαζί με την άμπελο, σύμβολα μέθης. Ο Διοσκουρίδης θεωρούσε τον Κισσό πανάκεια για την αντιμετώπιση των πληγών με πύον.
Τα φύλλα του φυτού περιέχουν μία σαπωνίνη, το χαιρεκοσίδιο. Περιέχει επίσης χεδεραγενίνη, ρητίνη, κόμμι, αιθέρια έλαια και ένα οξύ. Η γεύση τους είναι πικρή, άνοστη και φέρνει ναυτία.
Υπάρχουν σήμερα καταγεγραμμένα 300 περίπου είδη Κισσού με παρεμφερείς θεραπευτικές ιδιότητες.
Παλιότερα χρησιμοποιούσαν τα φύλλα και τους καρπούς για την ελονοσία, ως αντισυλληπτικό και αντιπηκτικό. Σε παθήσεις του αναπνευστικού η χρήση πολύ μικρής ποσότητας σε ένα λίτρο νερού, θεωρούσαν ότι είχε θετικά αποτελέσματα. Έχει επίσης διεγερτικές, εμμηναγωγές και διαλυτικές ιδιότητες. Οι λαϊκοί θεραπευτές θεωρούσαν ότι ήταν αποτελεσματικό για την θεραπεία των εντέρων, τη δυσεντερία, τα εγκαύματα, τον όζαινα, τη χρόνια ρινίτιδα, τα μικρά έλκη, την κασίδα, την ερυσίπελα και τις δερματικές παθήσεις. Στα χωριά χρησιμοποιούσαν τα φύλλα του Κισσού ως γάζα για τις πληγές.
Εσωτερικά, για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιείται για την ποδάγρα, ρευματικούς πόνους, κοκίτη, λαρυγγίτιδα και βρογχίτιδα. Υπό μορφή τσαγιών χρησιμοποιείται ως δυναμωτικό της καρδιάς και σαν μέσο για την αποβολή των φλεμάτων και των υγρών από τους πνεύμονες, στους χρόνιους ερεθισμούς του αναπνευστικού συστήματος και ενάντια στα παράσιτα.
Αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι η χρήση του Κισσού εσωτερικά χρειάζεται προσοχή. Σε μεγάλες δόσεις το βότανο είναι δηλητηριώδες και προκαλεί εμετό. Νευρικές διαταραχές και μηνιγγίτιδα είναι επίσης πιθανές σε υπερδοσολογία. Αντίθετα η εξωτερική του χρήση σε καταπλάσματα είναι πολύ θετική σε μία σειρά από παθήσεις και θεωρείται από τα καλύτερα βότανα. Αυτό αφορά τα φύλλα, διότι η ράγα του Κισσού είναι τοξική και ερεθιστική του δέρματος στο οποίο δημιουργεί φλύκταινες.
Τα νεαρά φύλλα του Κισσού λοιπόν μπορούν να έχουν θετικά αποτελέσματα και δρουν τονωτικά, αντιπυρετικά και εφιδρωτικά.
Ρυθμίζουν την περίοδο και επαναφέρουν στην αρχική τους κατάσταση ιστούς που προσβλήθηκαν από έλκη, οιδήματα και όγκους. Επιπλέον είναι παυσίπονα για τους ρευματισμούς και τους πόνους. Τα νωπά φύλλα είναι επίσης αντινευραλγικά, αποσυμορητικά και κατά της κυτταρίτιδας. Μπορούν να συμβάλουν στην απώλεια λίπους και να βελτιώσουν έτσι την εμφάνιση του σώματος.
Σήμερα ο Κισσός χρησιμοποιείται στην ομοιοπαθητική, σε βάμμα εναντίον της ρινίτιδας, του ραχιτισμού και του καταρράκτη.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα