Η Λεβάντα (Levandula spp) είναι από τα πλέον δημοφιλή φαρμακευτικά βότανα και πήρε το όνομα της από το λατινικό Lavare που σημαίνει πλένω. Στην αραβική ιατρική η Λεβάντα χρησιμοποιήθηκε ως αποχρεμπτικό και σπασμολυτικό, ενώ στην ευρωπαϊκή λαϊκή παράδοση θεωρείται χρήσιμο βότανο για πληγές και τους σκώληκες στα παιδιά ενώ ο Πάρκινσον το 1640 έγραφε ότι η λεβάντα ήταν ιδιαίτερα καλή για την ψυχική οδύνη και όλους τους πόνους του κεφαλιού και του μυαλού.
Η λεβάντα είναι πικρή, ξηρή και δροσιστική. Περιέχει πτητικό έλαιο, ταννίνες, κουμαρίνες, φλαβονοειδή και τριτερπενοειδή.
Η δράση της είναι χαλαρωτική, σπασμολυτική, διεγείρει την κυκλοφορία, τονώνει το νευρικό σύστημα, αντιβακτηριδιακή, αναλγητική, άφυση, χολαγωγή και αντισηπτική. Τα άνθη του φυτού είναι βέβαια λιγότερο αποτελεσματικά από το αιθέριο έλαιο του βοτάνου αλλά είναι χρήσιμα για την νευρική εξάντληση και τον πονοκέφαλο ή για τους κολικούς και την δυσπεψία. Επίσης χρησιμοποιούνται για στοματικές πλύσεις για την δυσοσμία του στόματος.
Το αιθέριο έλαιο της λεβάντας είναι από τα δημοφιλή και χρησιμοποιείται με διάφορες μορφές σε μεγάλη ποικιλία παθήσεων (ως κρέμα για το έκζεμα, λοσιόν για τα εγκαύματα, εντριβή στήθους για ασθματικό και βρογχικό σπασμό, για τις ψείρες των μαλλιών, μασάζ στους κροτάφους και τον αυχένα για τους πονοκέφαλους από ένταση ή στα πρώτα σημεία ημικρανίας και τέλος ως έλαιο σκέτο στα δαγκώματα των εντόμων και στα εγκαύματα.
Αυτό που πρέπει να προσέχουμε στο συγκεκριμένο βότανο είναι ότι ως έγχυμα όταν το δίνουμε στα βρέφη πρέπει να είναι αραιωμένο (25% του κανονικού) και σε περίπτωση εγκυμοσύνης το αποφεύγουμε διότι είναι διεγερτικό της μήτρας.

*Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα Χανιώτικα Νέα